Πώς η Γερμανία θριάμβευσε στην υπόθεση της ελληνικής κρίσης

NEIL IRWIN / THE NEW YORK TIMES
Η Γερμανίδα καγκελάριος Αγκελα Μέρκελ επέλεγε να παίζει τον ρόλο του ολύμπιου κριτή, πάντα πρόθυμη να επιδείξει κατανόηση και συμβιβαστικό πνεύμα, σε αντίθεση με τον «σκληρό» υπουργό Οικονομικών της Γερμανίας, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε.

 Τη στιγμή της κορύφωσης των κρίσιμων διαπραγματεύσεων γύρω από το πρόγραμμα στήριξης της Ελλάδας, η Γερμανία προχώρησε σε πρόταση, η οποία ανέτρεπε δεκαετίες δεσμεύσεων σχετικά με ενίσχυση της ευρωπαϊκής ενσωμάτωσης: η Ελλάδα –ανέφερε η πρόταση– θα μπορούσε να «βγει» προσωρινά από το ευρώ.



Παρότι η πρόταση αντικατόπτριζε τη γραμμή των «σκληρών» του Βερολίνου, ετέθη για πρώτη φορά σε κλειστό κύκλο από τον Σλοβένο υπουργό Οικονομικών, ο οποίος παρομοίασε την αριστερή κυβέρνηση της Αθήνας με τους κομμουνιστές της πρώην Γιουγκοσλαβίας.

Η πρόταση της Σλοβενίας αποτελούσε διπλό θρίαμβο για τους Γερμανούς. Η συνεχιζόμενη οικονομική κρίση στην Ελλάδα δεν έκαψε στο παραμικρό τη γερμανική επιμονή στην αυστηρή τήρηση προγραμμάτων λιτότητας, ενώ ενίσχυσε παράλληλα την προθυμία των Ευρωπαίων συμμάχων της Γερμανίας να επιβάλουν ακόμη σκληρότερους όρους στην Αθήνα.

Από τη Λισσαβώνα στη Λεττονία, η απάντηση στα ελληνικά αιτήματα αποκάλυπτε τη βαθιά απέχθεια στην αξιοποίηση των κρατικών δαπανών ως εργαλείο αντιμετώπισης της ύφεσης και την ακλόνητη πίστη στην απορρύθμιση της αγοράς εργασίας.

Το όραμα αυτό, βασισμένο στους κανόνες της αγοράς, αποτελεί στροφή στην ευρωπαϊκή παράδοση.

Η Γερμανία έπεισε έτσι τους ηγέτες της Ε.Ε. να συσπειρωθούν γύρω από το λεγόμενο «σύμφωνο του Βερολίνου», χάρη σε υπομονετική διπλωματία και ευφυείς υπολογισμούς, εκμεταλλευόμενη παράλληλα την ανησυχία που προκάλεσαν οι παλινωδίες των Ελλήνων ηγετών, όπως αποκάλυψαν πολλοί συμμετέχοντες στις συνομιλίες.

Κυβερνητική ασάφεια

Η αυξανόμενη επιρροή του «συμφώνου του Βερολίνου» οφείλεται εν πολλοίς στη ρητορική του κ. Τσίπρα κατά της λιτότητας, παρά τη στήριξη που οι απόψεις αυτές απολάμβαναν από σημαντικούς οικονομoλόγους, αλλά και στην ασάφεια της κυβερνητικής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ και την πρόθεσή του να συγκρουσθεί κατά μέτωπον με τη γερμανική ηγεσία.

Η Γερμανία χαρακτηρίστηκε ως ο «απρόθυμος ηγεμόνας της Ε.Ε.». Η ιδιαιτερότητα της ελληνικής κρίσης, όμως, έκανε το Βερολίνο να γίνει λιγότερο απρόθυμο και περισσότερο ηγεμονικό. Την ίδια στιγμή, η οξυδερκής διπλωματική προσέγγιση της κ. Μέρκελ κατέστη εμφανής σε κάθε στιγμή. Η καγκελάριος επισκέφθηκε κάθε ένα από τα 27 κράτη της Ε.Ε. στην πρώτη της τετραετία στην εξουσία, έχοντας δεξιωθεί στο Βερολίνο όλους τους ηγέτες τους.

Τη στιγμή που ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε «έπαιζε» τον ρόλο του σκληρού, η κ. Μέρκελ επέλεγε εκείνον του ολύμπιου κριτή, πάντα πρόθυμη να επιδείξει κατανόηση και συμβιβαστικό πνεύμα, αφήνοντας σοφά τον ρόλο του «φιλέλληνα» στον Γάλλο πρόεδρο Φρανσουά Ολάντ. Παράλληλα, παρά την εικόνα του «σκληρού», που με τόσο μαεστρία καλλιεργεί, ο Σόιμπλε γνωρίζει καλά πώς να κρατά τη θέση του δίπλα στην πολιτική του προϊσταμένη και στους Ευρωπαίους ομολόγους του. Ο Σόιμπλε, για παράδειγμα, σπάνια μιλάει πρώτος στα Eurogroup, αφήνοντας το προνόμιο αυτό σε υπουργούς μικρότερων κρατών.

Αγανάκτηση

Παρά την πρόθεση του ΣΥΡΙΖΑ να συσπειρώσει γύρω του όλους όσοι διαφωνούν με τη λιτότητα, τα αντικρουόμενα σήματα που απέστειλε η κυβέρνηση προκάλεσαν την αγανάκτηση ακόμη και των πλέον καλόπιστων Ευρωπαίων εταίρων του.

Οι αστοχίες αυτές οδήγησαν στο αντίθετο αποτέλεσμα: τη συσπείρωση όλων των Ευρωπαίων κατά της Ελλάδας, στάση που εκφράστηκε με τον χειρότερο τρόπο στη σύνοδο υπουργών Οικονομικών του Ιουνίου, από την οποία αποκλείστηκε ο Γιάνης Βαρουφάκης.

Ακόμη και τα κεντροαριστερά κόμματα στην Ευρώπη αντιμετώπισαν τελικά τον ΣΥΡΙΖΑ ως απειλή και όχι ως φορέα αξιόπιστης εναλλακτικής λύσης. Τα κόμματα αυτά φοβήθηκαν έτσι πως η αποδοχή των ελληνικών αξιώσεων θα ενεθάρρυνε τις εμπνευσμένες από τον λαϊκισμό αντιπολιτευτικές τάσεις στις ίδιες τους τις χώρες.
Καθημερινή

0 σχόλια