New York Times: Γιατί οι δανειστές της Ελλάδας πρέπει να υποφέρουν!

Υπάρχουν τελεσίδικες αποδείξεις, για οποιονδήποτε είναι διατεθειμένος να τις ψάξει, ότι η Ελλάδα δεν είναι αποκλειστικά ή ούτε καν η κυρίως υπεύθυνη για την οικονομική της κρίση. Η απόδειξη αυτή δεν είναι ιδιαίτερα συναρπαστική: Είναι ένα απλό ομόλογο, με τον αναγνωριστικό κωδικό GR0133004177. Αλλά μια εξέταση αυτού του ομόλογου θα πρέπει να πάψει, μόνιμα, οποιαδήποτε συζήτηση για την κρίση στην Ελλάδα ως ένα ηθικό ατόπημα εκ μέρους των Ελλήνων.


Άρθρο του Adam Davidson

GR0133004177 είναι η τεχνική ονομασία για ένα ομόλογο που πωλούνταν σε δημόσιο πλειστηριασμό από την Ελληνική Κυβέρνηση στις 10 του Νοέμβρη του 2009. Κάθε εργάσιμη ημέρα, κυβερνήσεις και εταιρείες διενεργούν δημοπρασίες σαν και αυτήν – με αυτόν τον τρόπο δανείζονται χρήματα. Οι δημοπρασίες ομολόγων, όμως, δεν μοιάζουν καθόλου με τις δημοπρασίες που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε σε ταινίες, με τις γρήγορες συναλλαγές και τα δυνατά σφυριά. Συμβαίνουν σιωπηλά και ηλεκτρονικά. Οι επενδυτές σε όλο τον κόσμο πληκτρολογούν έναν αριθμό στο πληκτρολόγιο τους και το υποβάλουν ως την προσφορά τους: το ύψος του επιτοκίου το οποίο επιμένουν να απαιτούν ως αντάλλαγμα για το δάνειο. Ακριβώς όπως με τα ενυπόθηκα δάνεια και τις πιστωτικές κάρτες, όσο πιο επισφαλές είναι ένα δάνειο, τόσο υψηλότερο πρέπει να είναι το ποσοστό, αποζημιώνοντας έτσι τον πιστωτή για την πιθανότητα του να αποτύχει ο οφειλέτης να εξοφλήσει.

Θεωρούμε τις μετοχές ως παραδειγματική επένδυση, αλλά τα ομόλογα είναι η πιο σημαντική δύναμη στον κόσμο της οικονομίας, καθορίζοντας ποιες εταιρείες και οικονομίες θα ανέρχονται και ποιες θα καταρρέουν. Ένα ομόλογο είναι μια μορφή i.o.u . (σ.σ. γραμμάτιου) – όταν μια κυβέρνηση ή μια εταιρεία εκδίδει ένα ομόλογο, επί του πρακτέου δανείζεται χρήματα σύμφωνα με μια επακριβώς καθορισμένη υπόσχεση ότι θα τα εξοφλήσει μετά από ένα ορισμένο χρονικό διάστημα με σταθερό επιτόκιο.

Κάθε ομόλογο έχει τα ίδια βασικά κριτήρια: διάρκεια, απόδοση και ρίσκο. Αυτό σημαίνει ότι τα ομόλογα μπορούν εύκολα να συγκριθούν και να διακινηθούν. Ένα τυπικό ομόλογο μπορεί να μεταπωληθεί δεκάδες φορές στη διάρκεια της ζωής του, είτε σε έκπτωση είτε υπέρ το άρτιου της τιμής έκδοσης τους, πάντα με βάση το πως η αγορά θεωρεί ότι έχουν αλλάξει οι προοπτικές για τον εκδότη του ομολόγου. Η τρέχουσα τιμή των παλαιών ομολόγων ενημερώνεται συνεχώς, βαθμολογώντας σε ενεστώτα χρόνο τη σχετική επικινδυνότητα εκείνων που εκδίδουν τα ομόλογα, από την κυβέρνηση του Καζακστάν και την Citibank μέχρι το τοπικό σας νοσοκομείο.

Ξεχάστε τον παγκόσμιο αγώνα κατά της τρομοκρατίας ή το Διαδικτύο και την παγκοσμιοποίηση. Όταν οι ιστορικοί θα γράψουν για την εποχή μας, για την χρονική περίοδο που διανύουμε σήμερα, κάλλιστα θα μπορούν να την αποκαλούν ως «εποχή των ομολόγων». Αυτή η εποχή άρχισε το 1944, προς το τέλος του Β ‘Παγκοσμίου Πολέμου, όταν κάποιοι νηφάλιοι άνδρες με κοστούμια συγκεντρώθηκαν στο Bretton Woods του New Hampshire με σκοπό την πρόληψη μελλοντικών πολέμων. Αυτό που τελικά δημιούργησαν ήταν η βασική αρχιτεκτονική ενός νέου παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, στο οποίο οι κατευθύνσεις της ροής του χρήματος θα ορίζονται από τον ορθολογικό οικονομικό λογισμό, και όχι από την στρατιωτική ή πολιτική εξουσία ή από τις απαρχαιωμένες προκαταλήψεις.

Για δεκαετίες, αυτός ήταν ένας πολύ καλύτερος κόσμος. Ομοσπονδιακά ομόλογα χρηματοδότησαν την ανάπτυξη της Αμερικανικής υποδομής αυτοκινητόδρομων και δημιούργησαν μια πραγματικά εθνική οικονομία. Τα δημοτικά ομόλογα οδήγησαν τις Νότιες πολιτείες των ΗΠΑ στο να ξεπεράσουν την αγροτική τους ύφεση. Στην Ευρώπη, ο αντίκτυπος ήταν ακόμη μεγαλύτερος. Τα Ευρωπαϊκά ομόλογα επέτρεπαν στο χρήμα να ρέει ελεύθερα πέραν των συνόρων, διαπλέκοντας σε μια ενιαία οικονομία τα ανόμοια κράτη που μέχρι πρότινος βρίσκονταν σε εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ τους για χιλιετίες. Πιο πεζά, τα ομόλογα παρείχαν αντικειμενική αυστηρότητα στην χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων των ιδιωτικών επιχειρήσεων, βοηθώντας έτσι να διαλυθεί μια καλόβολη λέσχη, των οποίων τα μέλη ήταν κυρίως λευκοί Αγγλοσάξονες Προτεστάντες, η οποία μέχρι τότε καθόριζε ποιες επιχειρήσεις επρόκειτο να δανειστούν χρήματα.

Εκείνη την ημέρα του 2009, όταν εκδόθηκε το GR0133004177, οι επενδυτές είχαν κάθε λόγο να υποθέσουν ότι αυτό ήταν ένα δάνειο με ιδιαίτερα υψηλό ρίσκο. Η Ελληνική Κυβέρνηση ήθελε 7 δισεκατομμύρια ευρώ, ή 10.5 δισ. δολάρια, τα οποία δεν επρόκειτο να επιστραφούν στο ακέραιο μέχρι το 2026. Αυτοί ήταν όλοι ιδιαίτερα ειδήμονες επενδυτές, από τους οποίους περιμένει κανείς να σκεφτούν πολύ προσεκτικά τον αριθμό που θα πληκτρολογήσουν, επειδή ο αριθμός αυτός έπρεπε να αντικατοπτρίζει την πίστη τους στην ικανότητα της Ελληνικής Κυβέρνησης να καταβάλει συνεχώς τα χρέη της για τα επόμενα 17 χρόνια. Σοκαρίστηκα, ανατρέχοντας για να δω το νικητήριο αριθμό: 5,3 τοις εκατό. Αυτό είναι ένα πολύ χαμηλό επιτόκιο, μόλις κάνα-δυο ποσοστιαίες μονάδες πάνω από την τιμή στην οποία η Γερμανία, η πιο φερέγγυα χώρα της Ευρώπης, δανειζόταν χρήματα. Αυτό ήταν ένα ποσοστό που εξέφραζε σχεδόν βεβαιότητα ότι η Ελλάδα ποτέ δεν θα έχανε ούτε μια προθεσμία πληρωμής.

Εκ των υστέρων, βέβαια, γνωρίζουμε ότι οι επενδυτές δεν θα έπρεπε να έχουν δανείσει στην Ελλάδα τίποτα απολύτως, ή, αν το έκαναν, θα έπρεπε να είχαν ζητήσει επιτόκια της τάξης του 100%. Αλλά αυτή η διαπίστωση δεν είναι μια περίπτωση αναδρομικής ιδιοφυΐας. Ακόμα και εκείνη την εποχή, οι επενδυτές είχαν όλες τις πληροφορίες που χρειάζονταν για να πάρουν μια πιο έξυπνη απόφαση. Η Ελλάδα, τότε όπως και τώρα, ήταν μια μικρή, περιορισμένη, κυρίως αγροτική οικονομία, με ανομοιογενές ιστορικό όσον αφορά την τήρηση διεθνώς αναγνωρισμένων οικονομικών ελέγχων. Μόλις τρεις εβδομάδες νωρίτερα, ένας νεοεκλεγείς Έλληνας πρωθυπουργός αποκάλυψε ότι η προηγούμενη κυβέρνηση είχε επιμελώς κρυμμένα δισεκατομμύρια δολάρια σε χρέος από τον υπόλοιπο κόσμο. Στην πραγματικότητα, ο νέος ηγέτης (σ.σ. ο τότε πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής) αποκάλυψε πως η Ελλάδα όφειλε πολύ περισσότερα χρήματα από ό, τι το μέγεθος του συνόλου της ετήσιας οικονομίας της. Μέσα σε ένα μήνα από την πώληση των ομολόγων, κατέχοντας ουσιαστικά τις ίδιες πληροφορίες που είχαν και οι επενδυτές, ο Moody‘s και άλλοι οίκοι αξιολόγησης υποβάθμισαν την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας. Σε λιγότερο από έξι μήνες, η Ελλάδα διαπραγματεύονταν ένα πακέτο διάσωσης από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

Το προπατορικό αμάρτημα της ελληνικής κρίσης δεν συνέβη στην Αθήνα. Συνέβη στα τερματικά των ηλεκτρονικών υπολογιστών, στη Φρανκφούρτη και στο Λονδίνο και στην Σαγκάη και στη Νέα Υόρκη. Ναι, οι Έλληνες πήραν τα χρήματα. Αλλά αν σου προσφέρω 7 δις ευρώ με 5,3% τόκο, κατά πάσα πιθανότητα θα τα δεχτείς ευχαρίστως. Εγώ θα ήμουν αυτός που φαινόταν τρελός. Και αν αυτά τα χρήματα δεν μου άνηκαν – αν απλά είχα την ευθύνη της επίβλεψής τους για λογαριασμό κάποιου άλλου, όπως κάνουν οι μεγάλοι επενδυτές – θα μπορούσα ακόμη και μπω φυλακή.

Σήμερα, η παγκόσμια αγορά ομολόγων είναι διπλάσια σε μέγεθος από την χρηματιστηριακή αγορά. Και ενώ οι τιμές των ομολόγων κυμαίνονται ελάχιστα σε σχέση με αυτές των μετοχών, οι σχεδόν αδιόρατες συσπάσεις των ομολόγων μπορούν να δώσουν πολύ πιο σημαντικές πληροφορίες. Μια μικρή αύξηση των επιτοκίων των ομολόγων μπορεί να χρησιμεύσει ως μια προειδοποίηση ότι οι επενδυτές δεν εμπιστεύονται πλέον και τόσο πολύ μια επιχείρηση ή μια κυβέρνηση, ενώ μια μείωση των επιτοκίων μπορεί να είναι μια ανταμοιβή για τη σκληρή δουλειά που επετεύχθη, επιτρέποντας σε ένα ίδρυμα να αυξήσει τα μελλοντικά του κεφάλαια με χαμηλότερο μακροπρόθεσμο κόστος. Όμως, ο κόσμος των ομολόγων μπορεί να λειτουργήσει μόνο όταν οι επενδυτές που αγοράζουν τα ομόλογα είναι εξαιρετικά νευρικοί και ακραία επιφυλακτικοί. Τα ομόλογα, δηλαδή, είναι σχεδιασμένα έτσι ώστε να είναι ασφαλείς και βαρετές επενδύσεις, που αγοράζονται από εξαιρετικά συντηρητικά ιδρύματα, όπως τα συνταξιοδοτικά ταμεία, οι ασφαλιστικές εταιρείες και οι κεντρικές τράπεζες. Όταν αυτά αγοράζονται από ιδιώτες επενδυτές (ή για λογαριασμό τους), υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύουν το πιο σταθερό μέρος του συνολικού μίγματος. Η ίδια η φύση των χρηματιστηρίων προδιαθέτει την καταρρεύση τους περίπου κάθε δεκαετία, και όταν αυτό συμβαίνει, μπορεί να είναι επώδυνο. Αλλά η κατάρρευση του χρηματιστηρίου δεν είναι εξουθενωτική. Αν επρόκειτο να καταρρεύσει η παγκόσμια αγορά ομολόγων, αυτό θα σήμαινε και το τέλος του τρόπου ζωής μας.

Στις 17 Σεπτεμβρίου του 2008, αργά το απόγευμα, αυτό σχεδόν συνέβη. Για μερικές δραματικές ημέρες, διακεκριμένοι οικονομολόγοι και άλλοι οικονομικοί εμπειρογνωμόνες – σοβαροί, απαθείς άνθρωποι που δεν είχαν ποτέ πριν στην ζωή τους πει τίποτα το συνταρακτικό – μίλησαν κατ’ ιδίαν, αν όχι δημοσίως, για την ρεαλιστική πιθανότητα του τέλους των Ηνωμένων Πολιτειών, το τέλος της ηλεκτρικής ενέργειας,της βιομηχανίας και της δημοκρατίας. Όταν το χρήμα των ανακεφαλαιώσεων έρεε για να σώσει τις τράπεζες, αυτός ήταν απλά ο πιο γρήγορος τρόπος για να επιτευχθεί ο πραγματικός στόχος: να σωθεί δηλαδή η αγορά ομολόγων.

Και εκείνη τη στιγμή, η ουσιαστική φύση της αγοράς ομολόγων άλλαξε. Προηγουμένως, η σταθερότητα των ομολόγων ενισχύονταν από την επιφυλακτικότητα των ανθρώπων στους οποίους άνηκαν και τα διαχειρίζονταν, και το αντίστροφο. Αλλά το σχέδιο διάσωσης έσπασε αυτό τον ενάρετο κύκλο, επισημαίνοντας ότι η αγορά ομολόγων θα παραμείνει ασφαλής, ακόμη και όταν οι αγοραστές ομολόγων είναι εξωφρενικά απερίσκεπτοι, όπως είναι για παράδειγμα όταν ρίχνουν δισεκατομμύρια δολάρια σε επισφαλή ομόλογα ενυπόθηκων δανείων υψηλού κινδύνου.

Το σχέδιο διάσωσης αντιπροσώπευε μια μεταφορά πλούτου από την υπόλοιπη οικονομία στην αγορά ομολόγων – ακριβώς το αντίθετο από αυτό που υποτίθεται ότι έπρεπε να συμβαίνει.

Τώρα, εν τω μέσω της ηθικολογικής αγωνίας περί της Ελλάδας και της αδυναμίας της να πληρώσει, βλέπουμε ότι οι ομολογιούχοι προσδοκούν αυτή να διασώζεται συνεχώς, ακόμα και όταν οι ίδιοι είναι προφανώς υπαίτιοι αφού αποτυγχάνουν να διαχειριστούν τη δική τους ευθύνη. Τα διάφορα σχέδια της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Ελλάδα αφορούν ουσιαστικά σε μια μεταφορά πλούτου από τον φτωχό Ελληνικό λαό προς πλούσια Γερμανικά ιδρύματα κατοχής ομολόγων.

Τα ιδρύματα που αγόρασαν αυτά τα € 7 δις ευρώ Ελληνικού χρέους το 2009 έκαναν μια πολύ κακή εκτίμηση. Ακόμα και εκείνη την εποχή, ήταν σαφώς ένα ανόητο στοίχημα – τόσο ανόητο, που στην πραγματικότητα μπορεί να εξηγηθεί μόνο με έναν τρόπο. Πίστευαν ότι, σε περίπτωση αθέτησης των υποχρεώσεων, οι Γερμανοί θα διασώσουν τους Έλληνες. Και για να είμαστε απόλυτα σαφείς: Αυτό δεν σημαίνει ότι πίστευαν ότι οι Γερμανοί θα είναι φιλεύσπλαχνοι προς τους Έλληνες. Αυτό σημαίνει ότι πίστευαν πως οι Γερμανοί θα είναι φιλεύσπλαχνοι προς εκείνους στους οποίους ανήκουν τα Ελληνικά ομόλογα, ένα σημαντικό ποσοστό των οποίων ήταν βέβαιο ότι θα είναι Γερμανοί. Δανείζονντας χρήματα στην Ελλάδα με 5,3 % επιτόκιο, δεν υπολόγιζαν την δυνατότητα της Ελλάδας να πληρώσει. Υπολόγιζαν στην διάθεση της Γερμανικής κυβέρνησης να βοηθήσει τις γερμανικές τράπεζες.

Για να είμαστε δίκαιοι, οι άνθρωποι στους οποίους ανήκει το GR0133004177 είδαν την αξία του να πέφτει σχεδόν κατά το ήμισυ το 2012, όταν η Ελληνική κυβέρνηση διαπραγματεύτηκε δεύτερο πακέτο διάσωσής της με την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Αλλά σύμφωνα με τις περισσότερες εκτιμήσεις, αυτοί οι ομολογιούχοι θα έπρεπε να έχουν χάσει πολύ περισσότερα, ακόμη και το συνολικό ποσό της επένδυσής τους. Αντ ‘αυτού, η διάσωση επί της ουσίας μετέφερε δισεκατομμύρια ευρώ από τους Έλληνες πολίτες σε ανόητους επενδυτές ομολόγων.

Υπάρχει μια απαθής λογική στις αγορές. Αν κάνεις μια κακή επένδυση, υποτίθεται ότι πρέπει να καταβάλεις το πλήρες αντίτιμο – επειδή στην περίπτωση που δεν καταβάλλεις το αντίτιμο στο ακέραιο, θα συνεχίσεις να κάνεις κακές επενδύσεις. Ο μόνος τρόπος για να ανακτήσει η αγορά ομολόγων τον ιστορικό της ρόλο είναι να κάνει τους ομολογιούχους να αισθανθούν πραγματικό φόβο ότι μπορεί να χάσουν τα χρήματα τους αν παίρνουν κακές αποφάσεις. Έχουμε ανάγκη του να ανταμείψει η αγορά τα στοιχήματα που είναι οικονομικά σοφά, αντί εκείνα που είναι πολιτικά συνειδητοποιημένα.

O Adam Davidson είναι συγγραφέας και συνεργάτης του The New York Times Magazine και ιδρυτής της εκπομπής του NPR “Planet Money”

Πηγή New York Times
Μετάφραση - Απόδοση Νόστιμον ήμαρ

0 σχόλια