Ο Αριστοτέλης και τα αδιέξοδα τυραννίας και βασιλείας

Ο Αριστοτέλης και τα αδιέξοδα τυραννίας και βασιλείας
Γράφει ο Θανάσης Μπαντές
                Ξεκαθαρίζοντας ότι ο Αριστοτέλης κατατάσσει τη βασιλεία στα ορθά πολιτεύματα και την τυραννία στα στρεβλά κι έχοντας ως δεδομένο ότι και οι δύο πολιτειακές εκδοχές στηρίζονται στη βούληση του ενός είναι σαφές ότι αυτό που καθορίζει την ειδοποιό τους διαφορά είναι η ποιότητα και τα κίνητρα του ανθρώπου που διαχειρίζεται την εξουσία: «Η βασιλεία έγινε με σκοπό να βοηθήσει τους επιφανείς εναντίον του λαού και άρα βασιλιάς γίνεται ένας από τους επιφανείς με κριτήριο την υπεροχή του σε προσωπική αξία ή σε πράξεις που πηγάζουν από την προσωπική αξία, ή την ανωτερότητα της καταγωγής του από παρόμοια άξια γενιά». (σελ. 157).
Ο βασιλιάς είναι το πρόσωπο που διαχειρίζεται την εξουσία χάρη της υπεροχής του «σε προσωπική αξία». Κι αυτός είναι και ο λόγος που βοηθάει τους επιφανείς. Γιατί εδώ η έννοια «επιφανείς» είναι αναπόσπαστα δεμένη με την αξία. Οι επιφανείς είναι οι άξιοι (οι άριστοι) και ο βασιλιάς είναι ο αξιότερος όλων, που διασφαλίζει την κοινωνική αρμονία και την εδαφική ακεραιότητα. Η βασιλεία, ως προέκταση της αξιοκρατίας, θα ήταν αδύνατο να μην καταταχθεί στα ορθά πολιτεύματα, αφού η ανάδειξη του άξιου είναι η ύψιστη δικαιοσύνη: «Όπως λοιπόν είπαμε, η βασιλεία κλίνει προς την αριστοκρατία, γιατί βασίζεται στην αξία, ή στην προσωπική αξία ή στην οικογενειακή ή στις ευεργεσίες ή σ’ ένα συνδυασμό αυτών και ικανότητας. Γιατί όλοι σε κάθε περίπτωση, αφού ευεργέτησαν ή είχαν τη δύναμη να ευεργετήσουν τις πόλεις ή τα έθνη πήραν το αξίωμα αυτό, μερικοί αποτρέποντας την υποδούλωση της χώρας τους, παράδειγμα ο Κόδρος, άλλοι απελευθερώνοντας τη χώρα τους, παράδειγμα ο Κύρος, ή ιδρύοντας πόλεις ή κατακτώντας εδάφη, όπως οι βασιλείς των Λακεδαιμονίων και των Μακεδόνων και των Μολοσσών». (σελ. 159 – 161).

Όμως, ένα πολίτευμα που στηρίζεται στην απόλυτη υπεροχή του ενός, αν θέλει να παραμείνει αξιόπιστο, πρέπει πρωτίστως να εξασφαλίσει το αδιαφιλονίκητο αυτής της ανωτερότητας. Κι εδώ ακριβώς κρύβεται η επιβολή της αξίας, ως κατοχύρωση της λαϊκής αποδοχής. Ο βασιλιάς που δεν έχει λαϊκό έρεισμα οδηγείται σχεδόν μαθηματικά στη χρήση της βίας, και η βία είναι ο δρόμος της τυραννίας. Υπό αυτή την έννοια ο βασιλιάς που χάνει το κύρος του δεν είναι βασιλιάς, αφού ή θα αποχωρήσει ή θα μεταβληθεί σε τύραννος. Γι’ αυτό και η βασιλεία κρίνεται τελικά παρωχημένη: «… σήμερα οι όμοιοι πολίτες είναι πολλοί και κανείς δεν υπερέχει τόσο από τους άλλους ώστε να είναι άξιος για ένα τέτοιο σε μέγεθος και μεγαλείο αξίωμα. Έτσι, για το λόγο αυτό δεν ανέχονται με τη θέλησή τους μια τέτοια εξουσία. Αν όμως κάποιος με απάτη ή βία πάρει την εξουσία, αυτό τότε θεωρείται τυραννίδα». (σελ. 179). Η άνοδος του επιπέδου των πολιτών είναι η απαρχή της αμφισβήτησης του ενός. Η βασιλεία συγκαταλέγεται βέβαια στα ορθά πολιτεύματα, αλλά είναι φανερό ότι αφορά άλλες εποχές. Η εξέλιξη της κοινωνίας, η δημιουργία νέων τάξεων που προτίθενται να διεκδικήσουν την εξουσία και η ανύψωση του μορφωτικού επιπέδου του μέσου πολίτη καθιστούν την εφαρμογή της βασιλείας αδύνατη: «… η κατάλυση της βασιλείας απέβη εύκολη, καθώς, μόλις οι υπήκοοι δε θέλουν το βασιλιά, θα παύσει αυτός να είναι βασιλιάς, ενώ ο τύραννος θα είναι τύραννος και παρά τη θέληση των υπηκόων». (σελ. 181).
Όσο για την κληρονομικότητα του βασιλικού αξιώματος, αποδεικνύεται περισσότερο εμπόδιο παρά εξασφάλιση για το πολίτευμα, αφού η ανωτερότητα του βασιλιά δεν εξασφαλίζει και την ανωτερότητα των κληρονόμων: «Σχετικά με τις κληρονομικές βασιλείες πρέπει να θεωρηθεί ως αιτία φθοράς τους, κοντά σε αυτές που ήδη αναφέρθηκαν, και το ότι πολλοί βασιλιάδες καθίστανται ευάλωτοι και, μολονότι το αξίωμά τους δεν είναι τυραννικό αλλά βασιλικό, αδικούν τους υπηκόους τους». (σελ. 179 – 181). Εξάλλου, τα συνηθισμένα φαινόμενα των συνωμοσιών και των μέχρι θανάτου αντιπαραθέσεων ανάμεσα στους διαδόχους δεν μπορούν παρά να φθείρουν με τη σειρά τους το πολίτευμα: «… φθείρεται με δύο τρόπους. Με τον ένα, όταν οι διάδοχοι περιέλθουν σε διαμάχες μεταξύ τους, και με τον άλλον, όταν ο βασιλιάς προσπαθεί να κυβερνήσει αυταρχικότερα, στην περίπτωση που απαιτεί να επεκτείνει και άλλο την εξουσία του αντίθετα μάλιστα προς το νόμο». (σελ. 179).
Ουσιαστικά και τα δύο φθοροποιά προβλήματα της βασιλείας εστιάζουν στο θέμα της διαδοχής. Η πιθανότητα του ανάξιου διαδόχου και το συγκρουσιακό κλίμα που θα γεννηθεί για την κατάληψη της εξουσίας λειτουργούν απομυθοποιητικά αμαυρώνοντας ανεπανόρθωτα τόσο το θεσμό όσο και το πρόσωπο που θα τον εκπροσωπήσει. Υπό αυτές τις συνθήκες, και με δεδομένες τις οικονομικοκοινωνικές μεταβολές που θα επιφέρουν και τις συνακόλουθες αλλαγές στις πολιτειακές αντιλήψεις, η συνέχιση της βασιλείας κρίνεται μάλλον αδύνατη. Η βασιλεία, ως υγιές πολίτευμα, μπόρεσε να παίξει τον πολιτειακό της ρόλο μέσα στις συνθήκες που την ευνοούσαν. Η κατάργησή της κρίνεται αναπόφευκτη, αφού είναι αδύνατο να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα.
Από την άλλη, η τυραννία, ως στρέβλωση της βασιλείας, είναι η πολιτειακή εκδοχή της εξουσίας του ενός, ο οποίος όμως ούτε διακρίνεται για την ατομική του αξία ούτε αποβλέπει στο καλό της πόλης: «Οι περισσότεροι σχεδόν τύραννοι προήλθαν, μιλώντας γενικά, από δημαγωγούς, αφού απέσπασαν την εμπιστοσύνη του λαού κατηγορώντας τους ευγενείς. Έτσι μερικές τυραννίδες επιβλήθηκαν με αυτόν τον τρόπο, αφού οι πόλεις είχαν αυξηθεί ήδη πολύ. Άλλες όμως, πριν από αυτές, εγκαθιδρύθηκαν από βασιλείς που εκτράπηκαν από τους πατροπαράδοτους βασιλικούς θεσμούς κι επιθυμούσαν μια αυταρχικότερη εξουσία. Άλλες πάλι προέκυψαν από εκλεγμένα πρόσωπα που ανέλαβαν τα ανώτατα πολιτικά αξιώματα… Άλλες τέλος προήλθαν από ολιγαρχίες που εξέλεγαν έναν κυρίαρχο άρχοντα για τα ανώτατα αξιώματα. Γιατί με όλους αυτούς τους τρόπους ήταν δυνατόν να μεθοδευτεί εύκολα η τυραννίδα, αρκεί να το ήθελαν, γιατί είχαν ήδη τη δύναμη άλλοι λόγω της βασιλικής εξουσίας και άλλοι λόγω των αξιωμάτων τους». (σελ. 157 – 159).
Το σίγουρο είναι ότι η τυραννία είναι αλληλένδετη με το λαϊκισμό. Ο τύραννος είναι ο άνθρωπος που εμφανίζεται ως προασπιστής των λαϊκών συμφερόντων απέναντι σε κείνους που λυμαίνονται τον πλούτο και τον καταπιέζουν: «Ο τύραννος… επιβάλλεται από το λαό και το πλήθος εναντίον των επιφανών, με σκοπό να μην αδικείται ο λαός από αυτούς». (σελ. 157). Αυτός είναι και ο λόγος που οι τύραννοι, αρχικά τουλάχιστον, είχαν λαϊκό έρεισμα. Οι διαφορές με τη βασιλεία είναι προφανείς: «… ο βασιλιάς θέλει να είναι φύλακας, με σκοπό να μην αδικούνται οι κάτοχοι των περιουσιών αλλά και ο λαός να μην προσβάλλεται καθόλου. Η τυραννίδα αντίθετα, όπως ήδη έχει ειπωθεί πολλές φορές, δεν αποβλέπει σε κανένα κοινό συμφέρον, παρά μόνο στην ατομική ωφέλεια. Σκοπός του τυράννου είναι η απόλαυση, ενώ του βασιλιά το καλό. Γι’ αυτό και από τα πλεονεκτήματα της εξουσίας, τα χρήματα προσιδιάζουν στην τυραννίδα, ενώ οι τιμητικές διακρίσεις στους βασιλείς μάλλον. Ακόμη η σωματοφυλακή του βασιλιά αποτελείται από πολίτες, ενώ του τυράννου από μισθοφόρους ξένους». (σελ. 161).
Για το Βασίλη Ραφαηλίδη η τυραννία στάθηκε το αναγκαστικό πέρασμα για τη δημοκρατία. Η αριστοκρατία (όχι με την αριστοτελική έννοια της επικράτησης των άξιων, αλλά με την έννοια της ακραίας ολιγαρχίας, αφού οι αριστοκράτες ήταν οι πλούσιοι κάτοχοι της γης που απομυζούσαν το λαό) έχοντας πια χάσει τα ηνία από την ανερχόμενη τάξη των εμπόρων δε θα μπορούσε παρά να υποστεί και τις αντίστοιχες πολιτειακές αλλαγές, που θα εξυπηρετούσαν αντίπαλα συμφέροντα. Στο βιβλίο του «Νεοελληνική Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας» αναφέρει: «Η τυραννίδα λοιπόν, ως διοικητικό και κυβερνητικό σύστημα, εμφανίζεται στην Ελλάδα κατά το πρώτο μισό του 7ουπ.Χ. αιώνα. Η πολιτεία των ευγενών (αριστοκρατών) είναι αγροτική… Ήδη οι ισχυροί δεν είναι πλέον οι γαιοκτήμονες (αριστοκράτες), αλλά οι έμποροι. Η πολιτεία των οπλιτών οδηγεί στην τυραννίδα, που είναι το αρμόζον για στρατιώτες καθεστώς. Όμως, οι στρατιώτες, που δεν έχουν γη (γιατί την έχουν οι αριστοκράτες) κατά τις ειρηνικές περιόδους δεν μπορεί παρά να γίνονται έμποροι. Και το εμπόριο, για να ευδοκιμήσει, χρειάζεται μια ισχυρή κεντρική εξουσία, που θα βάλει τέρμα στον εξουσιαστικό πολυκεντρισμό των αριστοκρατών, που μαλλιοτραβιούνται μεταξύ τους για τα χωράφια τους». (σελ. 130). Για να συμπληρώσει: «Η τυραννίδα, λοιπόν, έχει την αφετηρία της στις εσωτερικές διενέξεις της άρχουσας τάξης, (των αριστοκρατών), διενέξεις που δεν ευνοούν την ανερχόμενη άρχουσα τάξη των εμπόρων στους οποίους και θα στηριχτεί η Αθηναϊκή Δημοκρατία αργότερα». (σελ. 131).
Γι’ αυτό και οι τύραννοι, αρχικά τουλάχιστον, ήταν αγαπητοί στο λαό. Γιατί ευαγγελίζονταν την ανατροπή της αριστοκρατικής τυραννίας – για να επιβάλλουν τη δικιά τους. Το βέβαιο είναι ότι τα πολιτεύματα γεννιούνται μέσα από τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες κι από τη στιγμή που οι αριστοκράτες (όχι με την αριστοτελική έννοια πάντα) βρήκαν μπροστά τους τους εμπόρους ήταν μοιραίο να επέλθουν πολιτειακές αλλαγές. Η τυραννία εμφανίζεται ως διεκδίκηση της νέας ανερχόμενης τάξης, που όμως θα αποδειχθεί ανεπαρκής δίνοντας τη θέση της στη δημοκρατία. Ο Ραφαηλίδης αναφέρει: «Όπως και να ‘ναι, πάντως, η τυραννίδα από πολλούς ιστορικούς χαρακτηρίζεται ως “πρόδρομη δημοκρατία”. Κι αν η σκληρότητα του τυράννου Φάλαρι στον Ακράγαντα έμεινε παροιμιώδης, το ίδιο παροιμιώδης έμεινε και η πραότητα του τυράννου των Μεγάρων Θεαγένη, που τον ανέδειξε και τον στήριξε ο φτωχόκοσμος. Η εξ’ ορισμού εχθρική τοποθέτηση των τυράννων απέναντι στους αριστοκράτες, τους έκανε συμπαθητικούς, αν και όχι ιδιαίτερα αγαπητούς στο λαό». (σελ. 133).
Το σίγουρο είναι ότι για τον Αριστοτέλη η τυραννία είναι η απόλυτη πολιτειακή στρέβλωση, που βασίζεται στην κατάλυση του νόμου επιβάλλοντας την αυθαίρετη βούληση. Και έχει ελάχιστη σημασία, αν η αυθαίρετη βούληση αφορά τον ένα ή τους λίγους ή τους πολλούς, αφού, σε κάθε περίπτωση, αυτό που προβάλλεται είναι το συμφέρον των ανθρώπων που έχουν τη δύναμη να επιβληθούν. Οι ολιγαρχίες προωθούν τα συμφέροντα των πλουσίων (κι όσο πιο ακραίες γίνονται τόσο περισσότερο προσομοιάζουν στην τυραννία) και οι δημοκρατίες τις εκάστοτε βλέψεις των δημαγωγών, που, ακυρώνοντας το νόμο, στρέφουν τον κόσμο στα ίδια συμφέροντα. Η δημοκρατία, όπως ο Αριστοτέλης τη βλέπει να πραγματώνεται στην Αθήνα, παρουσιάζεται ως τυραννία του όχλου, που απαξιώνει κάθε έννοια αξιοκρατίας, με άλλα λόγια, η τυραννία εμφανίζεται ως η ολοκληρωτική αποχαλίνωση των (έτσι κι αλλιώς) στρεβλών πολιτευμάτων της δημοκρατίας και της ολιγαρχίας. Σχετικά με τα αναξιοκρατικά παρατράγουδα της δημοκρατίας ο Ραφαηλίδης σημειώνει: «Άλλωστε, δεν είναι μόνο οι δικτάτορες που νοούν την ισότητα ως ισοπέδωση και αποκεφαλισμό, πραγματικό ή συμβολικό. Κάθε τι που προεξέχει είναι πάντα ενοχλητικό. Και κάποιοι νάνοι πάντα ακονίζουν τις κόσες τους, για κάθε είδους σφαγή, αιματηρή ή αναίμακτη. Η δημοκρατία δε σκότωσε την τυραννίδα. Απλώς τη μετέθεσε και τη σκόρπισε στα πολλά μικρά, καθημερινά εξουσιαστικά κέντρα». (σελ. 133).
Όσο για τον Αριστοτέλη, είναι απολύτως ξεκάθαρος: «Είναι φανερό ήδη ότι η τυραννίδα έχει τα μειονεκτήματα και της δημοκρατίας και της ολιγαρχίας. Έτσι από την ολιγαρχία κρατά την επιδίωξη του πλούτου ως σκοπού… και την απόλυτη δυσπιστία προς το πλήθος… η κακομεταχείριση του πλήθους, οι εκτοπίσεις του από το άστυ και η διασπορά του σε διάφορα μέρη είναι μειονέκτημα και της ολιγαρχίας και της τυραννίδας». (σελ. 161 – 163). Η καταπίεση που εκδηλώνεται με εκτοπίσεις και βία δε θα συνιστούσε ποτέ ένα ιδανικό πολίτευμα. Κι από τη στιγμή που ο πλούτος μετατρέπεται σε αυτοσκοπό δεν μπορούμε παρά να μιλάμε για την κοινωνία που έχει χάσει κάθε συλλογικότητα. Η διαρκής αναζήτηση του ατομικού πλουτισμού, που θα λειτουργήσει ως μέσο επιβολής στους άλλους, είναι η έσχατη αποξένωση που δεν μπορεί παρά να δράσει διασπαστικά. Η θεοποίηση του χρήματος είναι η θεοποίηση του εγωισμού, που, από θέση αρχής, διαλύει κάθε συμβιωτική συνθήκη. Κι αυτός είναι ο δρόμος προς το απάνθρωπο. Οι ολιγαρχίες αυτού του είδους είναι ξεκάθαρες τυραννίες, αφού αναδεικνύοντας τον εγωισμό σε ιδεολογία μετατρέπουν τους πάντες σε μικρούς ή μεγάλους τυράννους, ανάλογα με τις υπάρχουσες δυνατότητες. Υπό αυτή την έννοια, ηθικά τουλάχιστον, νομιμοποιούνται τα πάντα.
Αλλά και από την πλευρά της δημοκρατίας τα πράγματα δεν παρουσιάζονται καλύτερα: «Από τη δημοκρατία αντίθετα» (εννοείται η τυραννία που προέρχεται από την αποχαλίνωση της δημοκρατίας) «διατηρεί το διωγμό των ευγενών και την κρυφή ή φανερή εξόντωσή τους και την εξόρισή τους, με την ιδέα ότι είναι ανταγωνιστές κι εμπόδια στην κατάληψη της εξουσίας. Διότι από αυτούς συνήθως προέρχονται οι απειλές ανατροπής, γιατί άλλοι θέλουν να κυβερνούν οι ίδιοι, ενώ άλλοι δεν ανέχονται να υποτάσσονται. Από δω πηγάζει η συμβουλή του Περίανδρου προς το Θρασύβουλο,» (ο Αριστοτέλης παραδόξως αναφέρει ότι η συμβουλή δόθηκε από τον Περίανδρο στο Θρασύβουλο κι όχι το ανάποδο) «να κόψει τις κορφές από τα ψηλότερα στάχυα, με την έννοια ότι οι εξέχοντες επιφανείς πολίτες πρέπει να παραμερίζονται». (σελ. 163). Η αναξιοκρατία εμφανίζεται ως ξεκάθαρη μορφή τυραννίας, αφού τελικά τα ηνία τα κινούν αυτοί που λυμαίνονται τον πολιτειακό μηχανισμό. Πρόκειται για τη φαυλότητα που γίνεται καθεστώς ανακυκλώνοντας συστηματικά τους ανάξιους. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Αριστοτέλης αναφέρεται στο επεισόδιο δύο τυράννων για να καταδείξει τις στρεβλώσεις της δημοκρατίας, αφού σε κάθε περίπτωση αυτός που περισσεύει κόβεται. Κι εδώ δε γίνεται λόγος μόνο για το συλλογικό πλήγμα, καθώς η πόλη, ως σύνολο, στερείται τις υπηρεσίες των πιο ικανών, αλλά το ζήτημα περνά και σε επίπεδο καθαρά ατομικό, αφού δεν υπάρχει μεγαλύτερη καταπίεση από την αδικία που λειτουργεί νομότυπα περιθωριοποιώντας τους ικανότερους των πολιτών.
Κι αυτός είναι και ο λόγος που οι τυραννίες είναι τόσο ευάλωτες, αφού τελικά δεν μπορούν παρά να φέρουν τη δυσαρέσκεια. Ο λαός απομακρύνεται από τέτοιου είδους εξουσίες καθιστώντας τες – επί της ουσίας – ανίσχυρες. Μια προσωπική προσβολή, η εκδικητική διάθεση κάποιου, μια ερωτική αντιδικία, μια περίπτωση μαστιγώματος ή άλλης σωματικής κακοποίησης, η περιφρόνηση «όπως όταν κάποιος είδε το Σαρδανάπαλο να ξαίνει μαλλιά μαζί με τις γυναίκες και τον σκότωσε», το ατομικό κέρδος ή μια εξωτερική επίθεση από κράτος με άλλο πολίτευμα μπορούν να αποβούν μοιραία. Το εύθραυστο της τυραννίας είναι η κατάδειξη της λαϊκής απόρριψης. Κι εδώ βρίσκεται η ουσία του ιδανικού πολιτεύματος, στην αποδοχή του λαού, που, αν χρειαστεί, θα παλέψει για την προστασία του. Η δικαιοσύνη, η αξιοκρατία, η ισονομία και η ισότιμη πρόσβαση στην εκπαίδευση είναι οι βάσεις κάθε υγιούς κοινωνίας. Σε κάθε άλλη περίπτωση επέρχεται η αδικία. Και η αδικία φέρνει την απαξίωση…
Αριστοτέλης: «Πολιτικά», τόμος 3ος, μετάφραση Πηνελόπη Τζιώκα – Ευαγγέλου, εκδόσεις ΖΗΤΡΟΣ, Θεσσαλονίκη 2005.
Βασίλης Ραφαηλίδης, «Νεοελληνική Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας», εκδόσεις του ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ, Αθήνα 2010

0 σχόλια