Η κρίση «εξαφάνισε» περισσότερα από 108 δισ. σε μετρητά και καταθέσεις

Του Ηλία Μπέλου από την Καθημερινή 
Περισσότερα από 108 δισ. ευρώ υπολογίζεται ότι έχουν εξαφανισθεί κατά τη διάρκεια της κρίσης που ξεκίνησε το 2009Τα 42 από αυτά έχουν πάρει τον δρόμο προς το άγνωστο μόνο το τελευταίο 12μηνο, περίοδος κατά την οποία επανήλθε η ανησυχία για ενδεχομένη έξοδο της χώρας από τη Ζώνη του Ευρώ. Η δραματική μείωση του κυκλοφορούντος χρήματος στην Ελλάδα (μετρητά και καταθέσεις), που υπερβαίνει κατά πολύ τη συρρίκνωση του ελληνικού ΑΕΠ, εξηγεί και αντανακλά τα τεράστια προβλήματα ρευστότητας και χρηματοδότησης της οικονομίας.

Τα δισεκατομμύρια έφυγαν από την ελληνική αγορά: α) είτε εξαιτίας πληρωμών που έγιναν στο εξωτερικό από ιδιώτες, β) είτε επειδή έγιναν καταθέσεις σε ξένες τράπεζες, γ) είτε, τέλος, λόγω πληρωμών που έκανε το ελληνικό Δημόσιο στο εξωτερικό, προς οργανισμούς και πιστωτές, προκειμένου να κλείσει υποχρεώσεις του.
Χρήμα που σε κάθε περίπτωση λείπει πια από την ελληνική αγορά και που αντιστοιχεί στα περίπου μισά χρήματα που βρίσκονταν εντός των τειχών λίγο μετά τα μέσα του 2009 (μετρητά και καταθέσεις). Οι αριθμοί είναι συγκλονιστικοί: η συνολική διαθέσιμη ποσότητα χρήματος στην ελληνική οικονομία έχει συρρικνωθεί πλέον στα επίπεδα των 153 δισ. ευρώ από 262 δισ. το φθινόπωρο του 2009. Από αυτά τα 153 δισ., τα 26,9 δισ. κυκλοφορούν ως μετρητό αυτή τη στιγμή στην αγορά.
Για να γίνει αυτή η τεράστια αφαίμαξη, μεσολάβησαν ορισμένοι κρίσιμοι σταθμοί, όπως αυτός του Ιουνίου του 2012, όταν το χρήμα περιορίσθηκε στα 176 δισ. ευρώ, μειωμένο δηλαδή κατά 85,76 δισ. Ηταν τότε που η πολιτικοοικονομική αβεβαιότητα για τη χώρα κορυφωνόταν με δύο αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις. Παράλληλα ωστόσο αυξανόταν το κομμάτι εκείνο της συνολικής προσφοράς που αντιστοιχεί στο νόμισμα σε κυκλοφορία: τα μετρητά δηλαδή που είχαν αναληφθεί από τις τράπεζες. Από 18,49 δισ. ευρώ τον Σεπτέμβριο του 2009 τα μετρητά στην αγορά έφτασαν τα 21,4 τον Ιούνιο του 2012, παρά τη συνολική συρρίκνωση του χρήματος.
Η τάση αυτή, της αποθησαύρισης μετρητών, συνεχίστηκε έκτοτε αδιάλειπτη και από ένα σημείο και έπειτα επιταχυνόμενη, για να φτάσει σήμερα, με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, το νόμισμα σε κυκλοφορία στα 26,9 δισ. ευρώ. Και αυτό, παρά το γεγονός ότι η συνολική κυκλοφορία χρήματος έχει μειωθεί κατά 22,3% το τελευταίο έτος.
Ομως το χρηματικό απόθεμα στην ελληνική οικονομία από το καλοκαίρι του 2012 έως και τα τέλη του 2014 είχε αυξηθεί. Από τα 176 δισ. ευρώ τον Ιούνιο του 2012 είχε αυξηθεί στα 196,3 δισεκατομμύρια τον περυσινό Νοέμβριο. Μια αύξηση της τάξης των 20 δισ. που αποδίδεται τόσο στη μερική επιστροφή καταθέσεων από το εξωτερικό όσο και στην είσοδο νέων κεφαλαίωνΑυτό σταμάτησε στα τέλη της προηγούμενης χρονιάς οπότε και το χρήμα άρχισε να μειώνεται. Ήταν τότε που άρχισε να κλιμακώνεται και πάλι η πολιτικοοικονομική αβεβαιότητα, με την τελευταία αξιολόγηση του προηγούμενου προγράμματος να καθυστερεί και τη χώρα να οδεύει προς νέες εκλογές τον Ιανουάριο.
Ξεκίνησε έτσι η αντιστροφή της ήπιας αυξητικής τάσης που κατέγραφε το χρηματικό απόθεμα της ελληνικής οικονομίας. Από τα 196,3 δισ. στα τέλη Νοεμβρίου του 2014, μειώθηκε στα 153,507 δισ. στα τέλη του περασμένου Αυγούστου. Συνολικά 42,864 δισ. βγήκαν από τα ελληνικά σύνορα είτε ως καταθέσεις είτε ως πληρωμές υποχρεώσεων στο εξωτερικό.
Το χρηματικό απόθεμα στην ελληνική οικονομία μπορεί να αυξηθεί μόνον με την επιστροφή καταθέσεων ή την εισροή νέων κεφαλαίων από ιδιώτες και επιχειρήσεις.
Μέχρι τότε η χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας θα παραμένει βαθιά προβληματική και η υφεσιακή δυναμική θα συντηρείται, εξηγούν οι οικονομολόγοι.
Οι δείκτες Μ1, Μ2, Μ3
Η έννοια του «χρήματος σε κυκλοφορία» ή χρηματικό απόθεμα (money supply) περιλαμβάνει όλα τα μετρητά και τις καταθέσεις. Απαρτίζεται από τους δείκτες Μ1, Μ2 και Μ3. Ο δείκτης Μ1 ισούται με το νόμισμα σε κυκλοφορία, δηλαδή τα μετρητά, και τις καταθέσεις μιας ημέρας. Οι τελευταίες ισούνται με το άθροισμα των λογαριασμών όψεως και τρεχούμενων συν αυτών του απλού ταμιευτηρίου. Ο δείκτης Μ2 ισούται με το άθροισμα του δείκτη Μ1 με τις καταθέσεις προθεσμίας έως 2 ετών και τις καταθέσεις υπό προειδοποίηση έως 3 μηνών. Ο συνολικότερος δείκτης Μ3 ισούται με το άθροισμα του δείκτη Μ2 (που περιλαμβάνει τον Μ1), των συμφωνιών επαναγοράς (Repos), των μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων χρηματαγοράς και των χρεογράφων διάρκειας έως 2 ετών. Ο M3 στα τέλη Αυγούστου είχε συρρικνωθεί στα 153,103 δισ. ευρώ από 196,36 δισεκατομμύρια τον Νοέμβριο του 2014 και 260,55 δισ. τον Σεπτέμβριο του 2009.

0 σχόλια