Ελευθερία-δουλεία: από τη θεωρία στην πράξη

Αθανάσιος Ζιάκας

Για τους μεγάλους θεωρητικούς της πολιτικής ελευθερίας ή λέξη ελευθερία σήμαινε χειραφέτηση από τον καταναγκασμό, ελευθερία από την αυθαιρεσία άλλων ανθρώπων, απελευθέρωση από τα δεσμά που δεν άφηναν στο άτομο άλλη επιλογή εκτός από την υπακοή στις εντολές ενός ανώτερου, στον οποίο το άτομο ήταν προσδεδεμένο. Η εξάρτηση των δούλων από έναν κύριο-δουλοκτήτη στα αρχαία χρόνια και ειδικά στην κλασική περίοδο της ελληνικής πραγματικότητας, δεν ήταν κάτι το επιδεκτικό κριτικής, ενώ κορυφαίοι στοχαστές, όπως ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης δεν αναγνώριζαν κάτι το αθέμιτο στον θεσμό, που είχε παραληφθεί από τους προηγούμενους αιώνες.
Ειδικά ο Αριστοτέλης παρήγαγε στα «Πολιτικά» του ένα ισχυρό επιχείρημα αναφορικά με την ύπαρξη των λεγόμενων φυσικών δούλων, δηλαδή ανθρώπων, που εξ αιτίας της φερόμενης πνευματικής τους ελαττωματικότητας, τους άξιζε να είναι δούλοι και να ωφελούνται από το status αυτό.
Ο Πλάτων είχε παρόμοιες ιδέες σχετικά με την δουλεία αλλά δεν τις συνέθεσε κατά τρόπο συστηματικό. Και άλλοι συγγραφείς της περιόδου ασχολούνται περιστασιακά με το θεσμό, όπως ο Ξενοφώντας στην «Αθηναίων Πολιτεία», ο οποίος εκφράζει τη λύπη του για την μη ύπαρξη στο αθηναϊκό άστυ της σκληρής μεταχείρισης των δούλων, που υφίστατο στην Σπάρτη. Γενικά, η συμπεριφορά απέναντι στους δούλους ποίκιλλε θεσμικά μεταξύ των πόλεων-κρατών, αλλά και εντός συγκεκριμένων κοινωνιών, ενώ η δουλεία αποτελούσε καθ’ όλη την αρχαιότητα κανονικό χαρακτηριστικό, οι οποίες εν μέρει παρήγαγαν και τους στοχαστές που την δικαιολογούσαν και δίκαια θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν δουλοκτητικές. Υποστηρίζεται μάλιστα πως υπό μία έννοια η αντιμετώπιση σε θεωρητικό επίπεδο κοινωνικών θεσμών όπως η δουλεία, από πολιτικούς στοχαστές και φιλοσόφους ήταν συχνά το αποτέλεσμα μιας περιορισμένης σύλληψής τους και με γνώμονα πάντοτε την προτεραιότητα (ή τις προτεραιότητες) που οι ίδιοι οι θεωρητικοί έθεταν στα συστήματα αξιών τους και όχι πάντα συνέπεια μιας ευρύτατης ενόρασης της κοινωνίας και του πνεύματος που την χαρακτήριζε υπό την Εγελιανή σημασία του όρου.
Η γνώση ως τέλος, ως ενέργεια κατηγοριοποίησης της γύρω περιρρέουσας πραγματικότητας, πιθανώς θα λειτούργησε ως κίνητρο στην αριστοτελική σκέψη, προκειμένου να έρθει σε πέρας το τιτάνιο έργο που ως σήμερα παραμένει αξεπέραστο, ενώ ειδικά στο έργο «Πολιτικά» συναντάμε τον όρο «παιδεία ελευθέριος», δηλαδή ελευθέρα μόρφωση, την οποία κατά τον Σταγειρίτη φιλόσοφο είναι ανάγκη επιτακτική να λαμβάνουν τόσο τα παιδιά όσο και γενικότερα οι νέοι. Έχουμε να κάνουμε στην περίπτωση αυτή με μια γνώση, η οποία ελευθερώνει το ανθρώπινο ον.
Η ιδιότητα αυτή της γνώσης, της μόρφωσης γενικότερα, δεν ήταν θεμιτό να προσλαμβάνεται από δούλους κατά την επίσημη και μάλλον κοινά αποδεκτή άποψη της αθηναϊκής πόλεως. Ο δούλος δεν ήταν σε θέση να λάβει αυτή την ελευθέριο μόρφωση και αυτό διότι κάτι τέτοιο θα αποτελούσε αντίφαση όρων, ασύμβατων μεταξύ τους. Έτσι, η μόρφωση των δούλων, κατά την κλασική περίοδο, απαγορευόταν μερικώς εθιμικά και μερικώς από θεσπισμένους νόμους. Σε έναν λόγο του Αισχίνη αναφέρεται πως «δούλον φησίν ο νόμος μη γυμνάζεσθαι μηδέ ξηραλοιφείν εν ταις παλαίστραις», και πώς τα γυμνάσια και οι παλαίστρες ήταν οι κυρίως χώροι πρόσληψης του γνωρίσματος του πολίτη.
Πιο πέρα, η ελληνική σύνδεση της ιδιότητας του δούλου με αυτήν του βαρβάρου (ταυτόν βάρβαρον και δούλον), που απαντάται στον Αριστοτέλη, λειτούργησε και εντός των κρατικών οντοτήτων της, αμέσως μετά την αριστοτελική περίοδο, εποχής στα αχανή βασίλεια που δημιουργήθηκαν μετά την εκστρατεία του Αλεξάνδρου, του μαθητή του μεγάλου Σταγειρίτη. Συγκεκριμένα, η άρνηση σε ανθρώπινα όντα της ευχέρειας να ακολουθούν τις αξίες και τις προτιμήσεις τους, περισσότερο από εκείνες κάποιου άλλου, και, εντός αυτής της σφαίρας, το σύστημα των ατομικών τους επιδιώξεων να μην υπόκειται στις επιταγές άλλων, υφίστατο συχνά ως κανόνας στις κοινωνίες της ελληνιστικής περιόδου. Ο άνθρωπος, ως απόλυτος κριτής των στόχων του και, όσο το δυνατόν, ηθικός αυτουργός των πράξεών του, ως άτομο, του οποίου οι απόψεις καθοδηγούν την συμβολή του στη θέσπιση των νόμων που θα τον κυβερνήσουν, αυτό το ον, ως πρόσωπο πλέον, δέον να διαθέτει ελευθερία ενδο-ατομική αλλά και στις σχέσεις του με τους συμπολίτες και το σύνολο της κοινότητας. Οι Έλληνες γενικά έδιναν βαρύτητα σε αυτό το τελευταίο κομμάτι του βίου τους. Η ιδιότητα του πολίτη είχε εξέχουσα θέση ως προς τις άλλες του ατόμου. Ήταν το επιστέγασμα του θρησκευόμενου, του επαγγελματία, του φορολογούμενου, του στρατιώτη. Ο Έλληνας όριζε την τύχη του, λαμβάνοντας μέρος στην θέσπιση των νόμων, ενώ αντίθετα ο δούλος, κατά πάσα πιθανότητα αλλόφυλος και αγορασμένος, δεν είχε αυτή τη δυνατότητα θεσμικά και, κατά τον Αριστοτέλη, και ηθικό-πνευματικά.
Μετά την ελληνιστική περίοδο, κατά τις αρχές των αυτοκρατορικών χρόνων και στο ξεκίνημα της επιβολής της Pax Romana έλαβε χώρα ένα παράδοξο γεγονός: η απαγόρευση της εισόδου των Εβραίων στο γυμνάσιο της Αλεξάνδρειας. Αυτό το μέτρο, που ελήφθη από τους Έλληνες της πόλης με την σύμπραξη των Ρωμαίων κυριάρχων, πιθανώς να είχε την προέλευση (ή την δικαιολόγησή της) στην αριστοτελική ταύτιση του βάρβαρου στοιχείου με το δουλικό. Οι Ιουδαίοι, παρά τη σφοδρή τους επιθυμία να ενταχτούν στον ελληνορωμαϊκό κόσμο, εκλαμβάνονταν από τους Έλληνες σαν βάρβαρος λαός, που δεν είχε το δικαίωμα για πρόσληψη της ελευθέριας παιδείας, σύμβολο ή τμήμα της οποίας, αποτελούσε η είσοδος στα κατά τόπους γυμνάσια. Οι Ιουδαίοι κατ’ αυτόν τον τρόπο αποκλείονταν από τον καινούργιο κόσμο που ανέτειλε, καθώς πολίτες της Αλεξάνδρειας θεωρούνταν μόνο οι εγγεγραμμένοι στους καταλόγους των γυμνασίων της πόλης.
Αν η ιδιότητα του πολίτη ήταν η εξέχουσα στο κοσμοείδωλο του Έλληνα, αυτή του πιστού ήταν η αντίστοιχη στη σκέψη του Ισραηλίτη. Ο Έλληνας μάχεται για να είναι σε θέση να θεσπίζει τους νόμους που θα τον κυβερνούν, ενώ ο Ισραηλίτης τραβά την διαχωριστική γραμμή του απαράβατου στην πατρογονική, μονοθεϊστική θρησκεία. Έχει ιδιαίτερη σημασία να αναφερθούμε στο πρόσωπο του Φίλωνα του Ιουδαίου, γόνου της πόλης της Αλεξάνδρειας και του πρώτου, που συνέδεσε τόσο στο συγγραφικό έργο του όσο και στο βίο και την πολιτεία του τις δύο παραπάνω ιδιότητες. Για τους Ιουδαίους, τους εγκατεστημένους στην Αίγυπτο, το θέμα της δουλείας αποτελούσε φλέγον ζήτημα, με ιδιαίτερη βαρύτητα, από την στιγμή που στο παρελθόν του λαού αυτού υφίστατο μια περίοδος υποταγής/υποτέλειας στη Φαραωνική εξουσία.
Ο Φίλων, ήταν μέλος μιας ελίτ της Ιουδαϊκής διασποράς, που προσπαθούσε να διατηρήσει την ελευθερία και την αυτονομία της μέσα σε ένα ελληνικό ουσιαστικά άστυ. Την περίοδο εκείνη οι λαοί της οικουμένης έρχονταν σε στενή επαφή, με προστριβές στην αρχή, με κατανόηση και συν-αντίληψη στη συνέχεια. Η πόλη της Αλεξάνδρειας της Αιγύπτου ήταν ο κατ’ εξοχήν τόπος, που αυτή η επαφή λάμβανε χώρα. Οι εξελίξεις στο πολιτισμικό πεδίο, πρώτα συνέβαιναν εκεί και μετά στον υπόλοιπο κόσμο. Ο ιδρυτής της πόλης, ένας οραματιστής της ενωμένης οικουμένης, με βάση την ελληνική πνευματική καλλιέργεια, σίγουρα εφήρμοσε πολλές από της αρχές, τις οποίες διδάχτηκε από τον διδάσκαλό του, αλλά το όραμά του δεν «φυλακίστηκε» από τις αριστοτελικές επιταγές. Η Αλεξάνδρεια, το σταυροδρόμι αυτό των πολιτισμών, αποτέλεσε τον τόπο, όπου ζυμώθηκαν λαοί και ιδέες με πρώτη ύλη τις διάφορες εθνότητες της οικουμένης και μαγιά την ελληνική γλώσσα και κουλτούρα.
Η αριστοτελική θεωρία λοιπόν, περί φυσικής δουλείας δεν φαίνεται να έγινε αντικείμενο ενστερνισμού από τον Αλέξανδρο, ο οποίος ήταν έτοιμος να υιοθετήσει πολλά από τα ήθη των κατακτημένων λαών και να προσπαθήσει παντοιοτρόπως να φέρει κοντά τις διάφορες εθνότητες του τότε γνωστού κόσμου. Ο κεντρικός σχεδιασμός του Αλεξάνδρου «πίστευε» σε αυτή την συναρμογή των λαών, το μπόλιασμα του ενός έθνους από το άλλο, με βασική «ρίζα» εκείνη του ελληνισμού. Διότι η πεποίθηση σε έναν σκοπό-τέλος, άξιο να αγωνιστεί κάποιος για αυτόν, είναι το αρχιμήδειο σημείο που κινεί ολόκληρη την γη. Αυτή η πίστη δίνει την δύναμη για την υπέρβαση της εξασφάλισης όποιου είδους (οικονομικής π.χ.) για χάρη της ελευθερίας. Και κατά την ρήση του Βενιαμίν Φραγκλίνου: όσοι θα ήθελαν να παραιτηθούν της ελευθερίας για να εξαγοράσουν λίγη προσωρινή εξασφάλιση δεν είναι άξιοι ούτε της ελευθερίας ούτε της εξασφάλισης.
Πιο πέρα, η πίστη σε έναν δίκαιο αγώνα είναι σε θέση να δώσει την ισχύ για την επίδειξη πειθαρχίας, δηλ. την παραχώρηση τμήματος της ελευθερίας του προσώπου στους άρχοντες, υπό τον τύπον ενός κοινωνικού συμβολαίου, προκειμένου να έρθει σε πέρας ο Σκοπός. Υπ’ αυτήν την κατάσταση, ο απλός στρατιώτης πειθαρχεί στους αξιωματικούς του, επιδεικνύοντας ένα είδος υποταγής ( submission). Για να συμβεί όμως αυτό η αρχή πρέπει να πείσει τον υποτακτικό- στρατιώτη, του οποίου η υποταγή δεν είναι πλήρης. Αντίθετα, ο δούλος υπόκειται στον κύριό του τελείως και δίχως να έχει υπάρξει άσκηση κάποιου είδους πειθούς. Το μόνο που παρεμβάλλεται είναι τα χρήματα της αγοραπωλησίας του δούλου και σύμφωνα με την λογική αυτή και ο μισθοφόρος στρατιώτης αποτελεί ένα είδος δούλου. Ο πολίτης αντίθετα είναι έτοιμος να πειθαρχήσει στην αναγκαιότητα που οι καιροί και οι περιστάσεις επιβάλλουν, να αναπροσαρμοστεί, έτσι ώστε να υπάρξει το πέρασμα από μια δύσκολη περίοδο σε μια πιο άνετη, διαθέτοντας την ιδιότητα του όντος που μπορεί να επιλέγει τον δικό του τρόπο ζωής.
Οι κλασικοί συγγραφείς ενσταλάζουν συχνά το παραπάνω πνεύμα ελευθεροφροσύνης, με αποτέλεσμα οι πολίτες να αποδέχονται το κύρος των αξιών, που οι βέλτιστοι ανάμεσά τους πρεσβεύουν, να υπηρετήσουν εκείνους, που τους ενέπνεαν την πίστη σε έναν σκοπό άξιο για θυσίες. Ειδικά στην περίπτωση του Μακεδόνα στρατηλάτη, που αναντίρρητα διεξήγαγε επεκτατικό πόλεμο, έχουμε την σταδιακή έμπνευση πίστης αρχικά στους Εταίρους του, μετά στους Μακεδόνες, ύστερα σε όλους τους Έλληνες ως έθνος και τέλος στους λαούς της πρώην περσικής αυτοκρατορίας. Η πίστη όμως σε «καινά δαιμόνια» δεν είναι απαραίτητο να καταστρέψει συθέμελα τα παλαιά. Μάλιστα ενδείκνυται να κρατήσει στοιχεία της παλαιάς κατάστασης. Σε μια γρήγορη αντιστοίχηση, ο Απ. Παύλος δεν «στάθηκε» στο «κατείδωλον» των Αθηνών, προκειμένου να «κερδίσει» τους Αθηναίους, όπως ο Αλέξανδρος δεν βρήκε προβληματική της προσοικείωση ενός ζωόμορφου, κερασφόρου θεού, του Άμμωνα για να εμπνεύσει εμπιστοσύνη στους Αιγυπτίους. Το μνημείο του «αγνώστου Θεού» στην Αθήνα και το μαντείο του Άμμωνα-Ρα στην όαση της Σίβα είχαν την ίδια σχεδόν λειτουργικότητα για ανθρώπους όπως ο Παύλος και ο Αλέξανδρος με ευφυΐα και πίστη στο όραμά τους.
Γενικά, ο προσεταιρισμός δεν είναι κάτι που επιβάλλεται αλλά που εμπνέεται, όπως ο ειλικρινής σεβασμός. Σεβασμός για το ατομικό, το προσωπικό, το διαφορετικό κατ’ ανιούσα κλίμακα και πάντα με επικέντρωση στα κοινά στοιχεία. Ο ανθρώπινος ψυχισμός έχει την τάση να μεταβιβάζει την πίστη και την υποταγή του από τους «παλαιούς θεούς στους νέους» κάνοντας την εσωτερική διεργασία της εκλογίκευσης, υπό την έννοια ότι «οι καινούργιοι θεοί» πραγματικά είναι εκείνο που το υγιές ένστικτό τους πάντοτε διέκρινε, αλλά που πριν γινόταν αντιληπτό μόνο αμυδρώς.
Το πέρασμα από το σεβασμό του ατόμου, με την ιδιότητα μόνο του μέλους μιας οργανωμένης ομάδας, σε αυτόν, που υφίσταται με το χαρακτηριστικό του απλού ανθρώπου, δίδει έμπνευση στους εραστές της αρετής. Ο καλός κ’ αγαθός πολίτης της αρχαιότητας, που ελκυόταν από κάθε ομορφιά και καλοσύνη, ενσαρκώνεται κατά την κλασική περίοδο στο πρόσωπο του Περικλή, τον άρχοντα που «κατείχε τον δήμο ελευθέρως» διαθέτοντας την εξουσία της πόλης, δίχως να «πληγώνει» την επιθυμία για ελευθερία του απλού πολίτη.
Στην ελληνική πραγματικότητα μέχρι και τις αρχές της ρωμαιοκρατίας, υφίστατο στις κοινωνίες, μια ασφαλιστική δικλείδα, εκείνη της χειραφέτησης, μέσω της εικονικής πώλησης στον δελφικό θεό Απόλλωνα. Αυτή η πρόβλεψη, της απελευθέρωσης, με μεσάζοντα το ιερατείο των Δελφών, κάλυπτε περιπτώσεις που, είτε η καλοσύνη του δεσπότη είτε η εργατικότητα του δούλου είτε η ανάπτυξη μιας ειδικής σχέσης μεταξύ τους είτε και συνδυασμός των παραπάνω, επέτρεπε το γεγονός της χειραφέτησης και της ειδικής πλέον σχέσης με το κοινό της πόλης, στο οποίο ο δούλος διαβιούσε.
Περνώντας σε μια κατάσταση πιο κοντά σε αυτή του πλήρους πολίτη, ο απελεύθερος κατά βάση όφειλε την χειραφέτησή του στην σχέση του με τον δεσπότη του, ο οποίος ήταν δυνατόν λ.χ. να του επιτρέψει να ασκήσει μια μικροεπιχείρηση και να εξοικονομήσει τα χρήματα της απελευθέρωσής του ή αλλιώς να παράσχει ο ίδιος τα εχέγγυα για το γεγονός αυτό. Η πιθανή φιλία μεταξύ δούλου και δεσπότη, φαινόμενο αρκετά συχνό, δείχνει πως η ανθρώπινη ιδιότητα είναι σε θέση να υπερβεί κάθε άλλη, η οποία επιβάλλεται εξωτερικά. Η θνητότητα των ανθρώπινων όντων, των βροτών, που οι δυνάμεις τους, γνωστικές ή άλλες, είναι περιορισμένες, όταν γίνεται αντικείμενο συνειδητοποίησης από τους ίδιους, φέρνει τον ένα κοντά στον άλλο, προκαλεί μια αβίαστη προσέγγιση. Η συν-αντίληψη της κοινής μοίρας, της ομοιοπάθειας και της ίδιας τελικής κατάληξης όλων, πιθανώς να ήταν το εφαλτήριο για τους φιλοσόφους της Στοάς, που εμφανίστηκαν κατά τα ελληνιστικά έτη και κυριάρχησαν και στην διάρκεια της ρωμαιοκρατίας στο φιλοσοφικό στερέωμα. Στοχαστές, όπως ο Ζήνων, ο Χρύσιππος και άλλοι, διακήρυξαν την ισότητα όλων των ανθρώπων «στα μάτια του θείου» και την μη ύπαρξη ουσιαστικής διαφοράς ανάμεσα στα ανθρώπινα όντα, όποια κι αν είναι η προέλευσή τους. Κατά κάποιο τρόπο, οι Στωικοί φιλόσοφοι εξέφρασαν σε επίπεδο θεωρητικό αυτό που ο Αλέξανδρος είχε σαν γνώμονα στις σχέσεις του με τις άλλες μη-ελληνικές εθνότητες και προλείαναν το έδαφος για την έλευση του Χριστιανικού μηνύματος εντός της ιστορικής πραγματικότητας.
Γενικά, θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε ότι ο παράγοντας τύχη συχνά ήταν ο πιο καθοριστικός για ποιότητα του βίου του δούλου, κατά την προχριστιανική περίοδο. Τελικά, δεν είχε τόσο σημασία αν κάποιος ήταν δούλος ή όχι, αλλά ποίου δούλος ήταν. Η σχέση, που πολλές φορές αναπτυσσόταν μεταξύ των δύο ατόμων, δεσπότη και σκλάβου, όσο κι αν στο επίπεδο της θεωρίας δεν διέθετε ποιοτικά χαρακτηριστικά, υπό ιδιαίτερες συνθήκες εξελισσόταν σε πραγματική φιλία, μια φιλία ελεύθερων όντων, αυτό-καθοριζόμενων, συνοδοιπόρων και επιδεκτικών και άξιων εμπιστοσύνης στο δύσκολο ταξίδι του ανθρώπινου βίου.


Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του Φώτη Κόντογλου.

πηγή κειμένου: Αντίφωνο

0 σχόλια