O πόλεμος στην Ανατολή και το θερμό επεισόδιο

Γράφει ο Μενέλαος Τασιόπουλος 

Η κρίσιμη παράμετρος στη διεθνή πολιτική ήταν και είναι οι σχέσεις ΗΠΑ - Ρωσίας. Χωρίς αυτές να μπορούν να γίνουν απολύτως συνεργατικές, σε κάθε περίπτωση επηρεάζουν κυριαρχικά τα δεδομένα και τις εξελίξεις στις πιο θερμές περιοχές του πλανήτη, και ειδικά στα πεδία όπου η Κίνα δεν έχει δεσπόζουσα θέση.

Περιφερειακές δυνάμεις με σύνδρομο αυτοκρατορίας, όπως η Τουρκία, επιδιώκουν και ωφελούνται από τις περιόδους όξυνσης των συγκρούσεων στις σχέσεις μεταξύ Ρωσίας και ΗΠΑ. Γιατί στην περίπτωση αυτήν αποκτούν ειδικό ρόλο ανάμεσα στις ανταγωνίστριες πλευρές, επιβεβαιώνοντας την ισχύ τους.

Για παράδειγμα, στο μέτωπο της Ουκρανίας, όταν το ΝΑΤΟ βρέθηκε σχεδόν στα όρια της θερμής σύγκρουσης με τη νέα Ρωσία, θυμίζοντας εποχές Ψυχρού Πολέμου, η Τουρκία των Νεοοθωμανών έσπευσε να αξιοποιήσει τη συγκυρία.

Στην Ανατολή επιχειρεί να υποδυθεί τον «συνδαιτυμόνα» της Δύσης ως ηγετική δύναμη του σουνιτικού Ισλάμ, περιχαρακώνοντας μάλιστα τους σιίτες που έχουν πάντα τη βάση τους στο Ιράν. Το πλεονεκτικό πεδίο στη Συρία με τον πόλεμο εναντίον του Ασαντ έδινε τα περιθώρια στην Αγκυρα, με επιχειρησιακούς όρους, να επιβεβαιώσει την ισχύ της και να επηρεάσει επαρκώς την αναθεωρητική προσέγγιση στη χάραξη συνόρων στην εγγύς Ανατολή, σε ένα νέο «στρατηγικό βάθος» Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που διατηρεί τον έλεγχο επί των Αράβων για λογαριασμό της Δύσης.

Αλλά, ως περιφερειακή και σχετικά αυτοτελής δύναμη, η Τουρκία ανέπτυξε με μεγάλη ταχύτητα, εύρος και οικονομικό αποτέλεσμα τις σχέσεις συνεργασίας με τη Ρωσία. Ενέργεια, εμπόριο, τουρισμός, βιομηχανία υπήρξαν κρίσιμοι τομείς συμφωνίας με τη Μόσχα, σε μια συγκυρία, μάλιστα, όπου η Ρωσία έψαχνε διεξόδους για να αντιμετωπίσει το εμπάργκο προϊόντων, υπηρεσιών και κεφαλαίων που της είχε επιβληθεί από την Ευρωπαϊκή Ενωση.

Η Τουρκία, με την αναβάθμιση των σχέσεών της με τη Ρωσία, θέλησε να επαναλάβει την παραδοσιακή αντίληψη στη διεθνή πολιτική του Βυζαντίου, που συνέδεε ως «ενδιάμεσος χώρος» τον Βορρά με τον Νότο και την Ανατολή με τη Δύση. Σε αντίθεση με τη αντίληψη του Κεμάλ Ατατούρκ και των Νεότουρκων, οι οποίοι, μέσω γενοκτονιών και εκτοπισμών μειονοτήτων, θέλησαν να συγκροτήσουν κράτος με εθνική συνοχή των Τούρκων, «βλέποντας» προς τη Δύση και την Ευρώπη και αφήνοντας την Ανατολή των Αράβων και του Ισλάμ, οι Νεοοθωμανοί του ΑΚΡ και των Ερντογάν - Νταβούτογλου επανέφεραν τη στρατηγική της Τουρκίας στο περιβάλλον της αυτοκρατορίας, διεκδικώντας ηγεμονικό ρόλο από τον Καύκασο και την εγγύς Ανατολή μέχρι την Αφρική, σε μια παράλληλη διαδρομή με τη Γερμανία στην Ευρώπη.

Την Αγκυρα, όμως, και τη στρατηγική της δεν την ευνόησαν μια σειρά επιλογών μεγάλων δυνάμεων: η κάθοδος της Ρωσίας στο μέτωπο της Συρίας με στρατιωτικές δυνάμεις, η συμφωνία των ΗΠΑ και της Ευρώπης με το Ιράν, η κήρυξη πολέμου από τη Γαλλία στο χαλιφάτο του ISIS μετά το μακελειό στο Παρίσι στις 13 Νοεμβρίου, η διακήρυξη μιας νέας «Αντάντ» Ηνωμένου Βασιλείου - Γαλλίας και με στρατιωτικές δυνάμεις εναντίον του χαλιφάτου, το τρίγωνο που ενθάρρυναν οι ΗΠΑ με Γαλλία και Ρωσία στο μέτωπο της Ανατολής, η υποχώρηση του ρόλου της Γερμανίας στη χειραγώγηση της ευρωζώνης, αρχικά εξαιτίας του Προσφυγικού και στη συνέχεια εξαιτίας των στρατιωτικών επιχειρήσεων απέναντι στο χαλιφάτο με πρώτο ρόλο στην αντιτουρκική Γαλλία, το στρατηγικό πλάνο της Ρωσίας να εμπλακεί στην Ανατολή μέσω Ασίας από Κασπία και Μαύρη Θάλασσα, παρακάμπτοντας τα Στενά και τη Βαλκανική, η σύγκλιση δυνάμεων, όπως το Ισραήλ, η Ελλάδα και Κύπρος, με την Αίγυπτο και την Ιορδανία.

Απέναντι σε όλα αυτά, η Αγκυρα επιχείρησε, καταρρίπτοντας το ρωσικό μαχητικό, να συμπαρασύρει το ΝΑΤΟ και τη Δύση σε ένα νέο μέτωπο απέναντι στη Ρωσία, στο πλευρό της Τουρκίας, διασφαλίζοντας την ηγεμονική θέση της όχι μόνο στην Ανατολή αλλά και στον Καύκασο. Το εγχείρημά της, όμως, απέτυχε. ΝΑΤΟ και Μόσχα αντέδρασαν με ψυχραιμία και κατευνασμό.

Πηγή "Δημοκρατία"

0 σχόλια