ΗΠΑ - Τουρκία: Μια “ανήθικη” σχέση

Του Nick Danforth 
Foreignaffairs 

Τον τελευταίο καιρό έχει καταντήσει κοινοτυπία να λέγεται πως η συμπεριφορά της Τουρκίας αντίκειται στις αξίες της Δύσης. Στο εσωτερικό η τουρκική κυβέρνηση συντρίβει την ελευθερία του Τύπου και τις αντιπολιτευτικές φωνές. Στο εξωτερικό υποστηρίζει τους ισλαμιστές στην Συρία, αντίθετα με ότι πράττουν οι Αμερικανοί.


Στην κριτική αυτή πρέπει πάντως να αναφερθεί ότι η συμμαχία ΗΠΑ-Τουρκίας δεν βασίστηκε ποτέ στις αμερικανικές ή τις τουρκικές αξίες, τις δυτικές ή όποιες άλλες. Η Τουρκία δεν εντάχθηκε στο ΝΑΤΟ γιατί ήθελε να καταστεί μέρος του δυτικού κόσμου και οι ΗΠΑ δεν καλοδέχτηκαν την Τουρκία στην συμμαχία λόγω της προσήλωσης της Άγκυρας στη δημοκρατία.

Στην πραγματικότητα η συμμαχία ΗΠΑ-Τουρκίας, από την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου που ξεκίνησε, βασίζεται σε κοινούς στόχους, όχι σε κοινά ιδανικά. Τις δύο χώρες ένωσε η σοβιετική απειλή. Όταν η ΕΣΣΔ κατέρρευσε η η αιτία που κρατούσε κοντά τις δύο χώρες δεν υπήρχε πια, έτσι ώστε να αρχίσουν να διαφαίνονται τα, σε ορισμένες περιπτώσεις, αντικρουόμενα συμφέροντά τους.

Κατά ειρωνικό τρόπο, η Τουρκία, φαίνεται τώρα, η χώρα που είναι πιο κοντά στην ψυχροπολεμική γραμμή. Οι πολιτικοί των ΗΠΑ που καλοδέχτηκαν την είσοδο της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ, ίσως εκπλήσσονται σήμερα ακούγοντας φωνές που αμφισβητούν την τουρκική συμμετοχή στην συμμαχία, για το πώς επιτρέπει σε αριστερές πολιτοφυλακές να μάχονται κατά του Ισλαμικού Κράτους μόνοι τους, ή γιατί τόσο εύκολα απάντησε στις ρωσικές προκλήσεις.

Υπάρχει πληθώρα λόγων, πρακτικών, αλλά και λόγων αρχών, για να καταδικάσει κανείς την τουρκική εσωτερική και εξωτερική πολιτική. Η Τουρκία υπήρξε απερίσκεπτη στην απάντησή της προς τη Ρωσία και στον ενθουσιασμό της στην υποστήριξη ακραίων ομάδων στην Συρία, η οποία αποδείχθηκε επικίνδυνη.

Συζητώντας όμως αυτά τα δεδομένα με λιγότερο ηθικούς όρους θα μας επιτρέψει να επικεντρωθούμε στα πολλά κοινά συμφέροντα που Άγκυρα και Ουάσινγκτον εξακολουθούν να έχουν, ειδικά όσον αφορά την εξάπλωση της βίας στην περιοχή. Και αν η ολοένα και περισσότερο αντιδημοκρατική συμπεριφορά της τουρκικής κυβέρνησης προσφέρει υλικό για κριτική, οι Αμερικανοί θα όφειλαν να γνωρίζουν πόσο λίγο η Ουάσινγκτον ενδιαφέρεται για τη δημοκρατία στη χώρα αυτή, από την αρχή των σχέσεών της με την Άγκυρα.

Το 1947 ο πρόεδρος Τρούμαν ανακήρυξε το ομώνυμο δόγμα που προέβλεπε οικονομική και στρατιωτική υποστήριξη της Ελλάδας και της Τουρκίας. Οι αναφορές του Τρούμαν στην ελληνική δημοκρατία δεν είχαν αντίστοιχο στις αναφορές του για την Τουρκία. Και πράγματι πολλοί Αμερικανοί αξιωματούχοι έλεγαν πως ο Τούρκος πρόεδρος Ινονού ήταν «ο σωστός ισχυρός άνδρας». Ο Ινονού ήταν ένας αντιδημοκρατικός ηγέτης, με συμπεριφορά ελαφρώς καλύτερη αυτής των Ευρωπαίων δικτατόρων της δεκαετίας του 1930, στον οποίο όμως μπορούσε να βασιστεί κανείς στον περιορισμό της σοβιετικής επιρροής.

Οι ΗΠΑ ποτέ δεν απαίτησαν τον εκδημοκρατισμό της Τουρκίας, στις απαρχές του Ψυχρού Πολέμου. Το 1950 ο Ινονού έκανε ελεύθερες εκλογές τις οποίες έχασε και παραιτήθηκε, προς μεγάλη έκπληξη των Αμερικανών, οι οποίοι όμως αμέσως χαιρέτησαν τη δημοκρατική μεταστροφή της Τουρκίας και την έθεσαν ως θεμέλιο της αμερικανοτουρκικής σχέσης.

Αν και το νέο καθεστώς άρχισε να καθίσταται αντιδημοκρατικό, προς τα τέλη της δεκαετίας του 1950, οι σχέσεις με τις ΗΠΑ δεν άλλαξαν, όπως και δεν άλλαξαν όταν εκτελέστηκαν τέσσερα στρατιωτικά πραξικοπήματα, στα επόμενα 50 χρόνια. Οι κοινές αξίες ήταν επιθυμητές, αλλά όχι και αναγκαίες, με τις δύο χώρες να ενδιαφέρονται πολύ περισσότερο για την ΕΣΣΔ.

Για την Τουρκία η ένταξή της στο ΝΑΤΟ αποτέλεσε διακριτικό χαρακτηριστικό εκδυτικοποίσής της. Μετά την ένταξή της στο ΝΑΤΟ, το 1952, η Τουρκία έφτασε στο αποκορύφωμα του κεμαλικού ιδεώδους και την απόδειξη ότι η Τουρκία γίνεται δεκτή ως δυτική ευρωπαϊκή χώρα. Εξάλλου οι Αμερικανοί φοβούνταν πως αν αρνούνταν στην Τουρκία την ένταξη στο ΝΑΤΟ θα έστελναν λάθος μήνυμα σε Άγκυρα και Μόσχα.

Με την κατάρρευση της ΕΣΣΔ χάθηκε το αντικομμουνιστικό αιτιατό που κρατούσε κοντά ΗΠΑ και Τουρκία. Όμως η σημερινή ένταση στις σχέσεις της Τουρκίας με το ΝΑΤΟ έχει την αφετηρία της στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. Το 2009-10 η Άγκυρα δεν ήταν πρόθυμη να συμμετάσχει στις κυρώσεις κατά του Ιράν, με το οποίο διατηρούσε σημαντικές επιχειρηματικές σχέσεις.

Στις ΗΠΑ ορισμένοι εξέφρασαν την έκπληξή τους για το πώς η Τουρκία προσπαθεί να διατηρήσει σχέσεις καλές σχέσεις με μια καταπιεστική θεοκρατία, μόνο και μόνο γιατί το Ιράν διαθέτει εκτεταμένα ενεργειακά αποθέματα. Κάτω από την επιφάνεια όμως υπάρχουν βασικότεροι, δομικοί λόγοι έντασης. Η Άγκυρα έχει κάθε λόγο να ανησυχεί για ένα εξοπλισμένο με πυρηνικά όπλα γείτονα, αλλά μπορεί να αντιμετωπίζει πιο αδιάφορα την απειλή καθώς η ίδια είναι προστατευμένη υπό την ομπρέλα του ΝΑΤΟ.

Η απογοήτευση των Αμερικανών αξιωματούχων ταυτίζονται με αυτή της παλαιότερης γενιάς που ανησυχούσαν για το γεγονός ότι η προστασία που το ΝΑΤΟ παρείχε στην Τουρκία, της επέτρεψε να προωθήσει την σύγκρουσή της με την Ελλάδα στη Κύπρο σε βάρος της συμμαχίας.

Στην πραγματικότητα οι σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας δεν υπήρξαν ποτέ απολύτως ομαλές και αν οι ΗΠΑ έχουν έναν ολόκληρο κατάλογο με αιτιάσεις γιατί η Τουρκία είναι ένα προβληματικός σύμμαχος, οι Τούρκοι έχουν έναν αντίστοιχο κατάλογο εναντίον των ΗΠΑ.

Έτσι καθίσταται ξεκάθαρο γιατί η Τουρκία έχει αναστατωθεί από την υποστήριξη των ΗΠΑ στους Κούρδους της Συρίας, οι Κούρδοι σύμμαχοι των οποίων είναι αντίπαλοι των Τούρκων. Εν μέσω των εντεινόμενων ανησυχιών ότι η βία στην Συρία επεκτείνεται στην Τουρκία, το ΝΑΤΟ αποτελεί βασικό εγγυητή της σταθερότητας της χώρας.

Όμως, ειλικρινά, για να περιοριστεί η κρίση απαιτείται μια αποτελεσματική συνεργασία Αμερικανών και Τούρκων προς την επίτευξη διπλωματικής λύσης στην Συρία. Για να επιτύχει μια τέτοια συνεργασία Αμερικανοί και Τούρκοι σχεδιαστές πολιτικής, από κοινού, πρέπει να επιτύχουν έναν βαθμό συνεννόηση επί τη βάσει της ιστορίας των σχέσεων των δύο χωρών.

  • NICK DANFORTH is a doctoral candidate in Turkish history at Georgetown University.
Πηγή MIgnatiou

0 σχόλια