Το μίσος του Ερντογάν έχει οικονομικά κίνητρα

Το λαθρεμπόριο πετρελαίου
του ΙΚ με την Τουρκία
Μπορεί ο πόλεμος να επεκταθεί ακόμη και στην Αλεξανδρέττα;

του Σαΐντ Γκαφούρωφ

Την περασμένη εβδομάδα ο πρόεδρος της Συρίας δήλωσε ότι τον πιλότο του ρωσικού Su-24 τον δολοφόνησαν οι πολιτικές φιλοδοξίες του Ερντογάν. «Η απώλεια της τουρκικής επιρροής στη Συρία θα σημάνει και τη δύση της καριέρας του» υπογράμμισε ο Άσαντ. Και έχει δίκιο: την παρέμβαση της Άγκυρας στη συριακή σύγκρουση την καθόρισε η πίεση που άσκησαν οι Τούρκοι βιομήχανοι στον προστατευόμενό τους Ερντογάν.  
Η «αυτοκρατορική» στάση της Τουρκίας έναντι της Συρίας συνήθως εξηγείται από την ίδια την ιστορία: η εμφάνιση στον χάρτη της Συριακής Αραβικής Δημοκρατίας έγινε δυνατή μόνον έπειτα από την κατάρρευση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. 

Βασικό ρόλο στη χάραξη των συνόρων έπαιξε και η αποικιοκρατία: κατά τη διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, η περίφημη συμφωνία Σάικς-Πικώ έκανε το μοίρασμα της Μέσης Ανατολής μεταξύ του Παρισιού και του Λονδίνου, δίδοντας τη Συρία και τον Λίβανο στη γαλλική Εντολή, και τη δεκαετία του 1930 οι Γάλλοι, στηριζόμενοι στην αρχή του εθνικού κράτους, μεταβίβασαν μέσω της, ελεγχόμενη από αυτούς, Κοινωνίας των Εθνών την Ισκαντερούν (Αλεξανδρέττα) με τον μεικτό αραβο-τουρκικό πληθυσμό στον πρόεδρο της Τουρκίας, και διάδοχο του ΑτατούρκΙσμέτ Ινονού. Έτσι η Ισκαντερούν έγινε η τουρκική επαρχία Χατάι.
Το γεγονός αυτό αποτέλεσε τον λόγο συνεχών συγκρούσεων, πολύ περισσότερο που στη Τουρκία παρέμεινε μεγάλος αριθμός Αράβων∙ όσο για τους εναπομείναντες στη Συρία Τουρκομάνους, που σκότωσαν τον Ρώσο πιλότο, τώρα έχουν μάθει οι πάντες. Για μεγάλο χρονικό διάστημα οι ηγεσίας της Συρίας και της Τουρκίας κρατούσαν μια ισορροπημένη στάση, και δεν έφθασαν μέχρι τη στρατιωτική αναμέτρηση ωστόσο το «επιχείρημα της Αλεξανδρέττας» πάντοτε ήταν δημοφιλές ανάμεσα στους Τούρκους στρατιωτικούς, όταν πίεζαν για την αύξηση των αμυντικών δαπανών. Οι Τούρκοι στήριζαν τους Τουρκομάνους στη Συρία και οι Σύριοι, με τη σειρά τους, παρείχαν καταφύγιο και ευκαιρία να διεξάγουν τον πόλεμό τους οι επαναστάτες του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν.

Ο πατέρας του σημερινού προέδρου της ΣΑΔ Χαφέζ αλ Άσαντ κατάφερε για πρώτη φορά τα τελευταία δύο χιλιάδες χρόνια (από την εποχή των Σελευκιδών) να μετατρέψει τη Συρία από «αντικείμενο» της διεθνούς πολιτικής σε «ανεξάρτητο υποκείμενο» –πρωταγωνιστή των περιφερειακών σχέσεων, ενεργό παίκτη και λειτουργικό παράγοντα όλων των τεκταινομένων στην περιοχή. Όπως λένε οι Σύριοι, άλλαξε τους κανόνες του παιχνιδιού, μετατρέποντας το «πόλεμος για τη Συρία» σε «πόλεμο με τη Συρία».
Ωστόσο, το τέλος της εποχής του ψυχρού πολέμου και η απόκτηση, στην πραγματικότητα, από την Ουάσιγκτον του μονοπωλίου στη λήψη των διεθνών αποφάσεων επέφερε δραματικές αλλαγές στην Εγγύς Ανατολή. Έχει ενδιαφέρον ότι, αποφασιστικό ρόλο στην τύχη  του φυλακισμένου στο νησάκι του Μαρμαρά Κούρδου ηγέτη Αμπντουλλάχ Οτσαλάν έπαιξε η ρωσική αθέτηση στήριξής του.
Συγκεκριμένα το 1998 ο Χαφέζ αλ Άσαντ αποκάλυψε ότι δεν ήταν πλέον σε θέση να αντιπαρατεθεί επαρκώς με τους Τούρκους σε συνθήκες μιας πιθανής σύγκρουσης με το Ισραήλ και το ΝΑΤΟ. Ο Οτσαλάν θυμάται στη φυλακή: «έπειτα από τη τελευταία προειδοποίηση, που έγινε από τον Αττίλα Ατές εξ ονόματος του ΝΑΤΟ –«GLADIO»,  είχαμε τη δυνατότητα να εντατικοποιήσουμε τη στρατιωτική μας δράση, αναβαθμίζοντάς την σε νέο επίπεδο, μόνον στην περίπτωση που η Συρία και η Ρωσία αποφασιστικά στέκονταν πίσω μας, και μας στήριζαν. Όμως τέτοια βοήθεια δεν δόθηκε, και μάλιστα, και στις δύο χώρες δεν υπήρχαν ούτε οι δυνάμεις, που θα επέτρεπαν να κρατηθούν όρθιες οι ίδιες, και γι’ αυτό δεν σκόπευαν να μας βοηθήσουν. Σε ότι αφορά τη Συρία, αυτό πραγματικά δεν ήταν δυνατό. Τη Συρία μπορούσαν να την καταλάβουν σε μια μέρα. Από το βορρά ο τουρκικός στρατός, από τον νότο ο ισραηλινός. Εάν δεν τους έπιανε ο πανικός μπορούσαν να μου δημιουργήσουν πιο ευνοϊκές δυνατότητες για να εγκατασταθώ. Αλλά αυτό δεν μπορούσαν να το προβλέψουν. Η συμπεριφορά της Ρωσίας ήταν περισσότερο ανέντιμη: χάριν του σχεδίου κατασκευής του «Blue Stream» και των δεκάδων δισεκατομμυρίων από τα δάνεια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, μας έδιωξαν βιαίως από τη Μόσχα».   
Την εποχή αυτή το ΝΑΤΟ χρειαζόταν τη Συρία για το δεύτερο πόλεμο εναντίον του Ιράκ. Εν τω μεταξύ, οι Τούρκοι είχαν κινητοποιηθεί αξιοσημείωτα, είχαν αρχίσει να ωραιοποιούν και να διαδίδουν το ρόλο της Τουρκίας ως χώρα του «μετριοπαθούς Ισλάμ» και ως «πρότυπο για μίμηση». Σταδιακά, ο Ερντογάν άρχισε ειλικρινά να θεωρεί το μετριοπαθές Ισλάμ ως ιδανικό μοντέλο για όλη την περιοχή και, το σημαντικότερο, τη βάση για την επαναχάραξη του γεωπολιτικού χάρτη.
Με τη σειρά του, ο νέος πρόεδρος της Συρίας Μπασάρ αλ-Άσαντ προσπάθησε να περάσει τις διμερείς σχέσεις με την Τουρκία στο επίπεδο της πλήρους συνεργασίας. Αυτό έγινε πιο προφανές στο πεδίο των οικονομικών σχέσεων, στο φόντο των φιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων που έλαβαν χώρα στη Συρία. Η συριακή οικονομία, η οποία βασίζεται στην ανάπτυξη του αγροτοβιομηχανικού κλάδου, όπως επίσης και της ελαφράς βιομηχανίας –κλωστοϋφαντουργία. κλάδο των τροφίμων- έλαβε σημαντικές τουρκικές επενδύσεις και αύξησε ραγδαία τις εξαγωγές της.   
Επιπλέον, οι Τούρκοι βιομήχανοι, οι οποίοι σε σημαντικό βαθμό συνεργάζονταν με τις ευρωπαϊκές αγορές, άρχισαν να μεταφέρουν την παραγωγή τους στη Συρία, όπου ήταν πολύ φθηνότερη η εργατική δύναμη. Έτσι ενώ πριν η πλειοψηφία των επώνυμων ρούχων για την Ευρώπη έκαναν τις παραγγελίες τους στη Τουρκία (οι φθηνές μάρκες προτιμούσαν το Μπαγκλαντές και το Πακιστάν), τότε οι παραγγελίες άρχισαν να γίνονται στα εργοστάσια του Χαλεπιού.  
Η πολιτική μακροζωία του Ερντογάν είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με όσα έγιναν τα χρόνια της ραγδαίας οικονομικής ανάπτυξης, που ήταν αυτός στην εξουσία. Αυτή η ανάπτυξη ουσιαστικά ανακόπηκε μετά από την παγκόσμια κρίση του 2008-2009, ενώ μέχρι το 2011 παρουσιάστηκε πραγματική απειλή στασιμότητας. Οι φέροντες τον Ερντογάν στην εξουσία βιομήχανοι της εσωτερικής Ανατολίας πλέον δεν επιθυμούσαν έναν νέο και επιτυχημένο ανταγωνιστή όπως ήταν η ιδιωτική επιχειρηματικότητα της Συρίας. Και ακριβώς αυτοί απαίτησαν από τον τοποτηρητή τους να ανατρέψει τον ισχυρό τους ανταγωνιστή.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε βέβαια και τις προσπάθειες να βελτιωθούν οι τεταμένες σχέσεις μεταξύ της κυβέρνησης Ερντογάν και των στρατιωτικών, που είχαν πολλές ενστάσεις προς την κυβέρνηση για τη σταδιακή αποστασιοποίηση από τις κοσμικές αρχές της Δημοκρατίας. Όπως επίσης το ότι, όπως από παλιά έχουν ως δόγμα τους οι άνθρωποι του χρηματοπιστωτικού τομέα: «ο πόλεμος αυξάνει τα δάνεια!».
Και ιδού ήλθε το 2011 κι η αραβική άνοιξη, η εισβολή του ΝΑΤΟ στην Λιβύη, και αργότερα η εισβολή των αραβικών μοναρχιών στο Μπαχρέιν και στην Υεμένη. Τότε αποφασίστηκε να επιχειρηθεί ο υποβιβασμός της Συρίας σε κράτος δεύτερης κατηγορίας, ανατινάζοντας τη χώρα εκ των έσω.
Έως πρόσφατα, για κάποιο περίεργο λόγο, σπάνια αναφερόταν ότι από την αρχή ήταν η Άγκυρα που εμφανιζόταν ως ο πιο φανατικός υπέρμαχος της ανατροπής, με κάθε τίμημα, του Άσαντ και ως ο ενεργός λομπιστας υπέρ της στρατιωτικής επιχείρησης του ΝΑΤΟ εναντίον των κυβερνητικών δυνάμεων στη Συρία. Ακόμη πιο φανατικά και πιο δραστήρια και από τις ΗΠΑ. Κι όμως, έως πρόσφατα, ο Ερντογάν και ο Άσαντ εμφανίζονταν μπροστά στις κάμερες ως αληθινοί φίλοι.
Η ακολουθούμενη στρατηγική της Άγκυρας είναι κατανοητή: να παρατείνει τον πόλεμο, ελπίζοντας στη φθορά των δυνάμεων του κυβερνητικού στρατού (η ονομαζόμενη αντιπολίτευση μπορεί να υπολογίζει στην άντληση ενισχύσεων από τη Δύση), και σε καμία περίπτωση να μην επιτρέψει τον εσωτερικό συμβιβασμό και τη συμφιλίωση, που θα μπορούσαν να προκύψουν χάριν της ευρύτερης δυνατής συμμαχίας εναντίον του Ισλαμικού Κράτους.
Εν τω μεταξύ, όπως φαίνεται, ο Ερντογάν θα μπορούσε να θεωρεί το στόχο του ακήρυχτου πολέμου ήδη πετυχημένο: στους Σύρους ανταγωνιστές του κεφαλαίου της Ανατολίας καταφέρθηκε σοβαρότατο πλήγμα (ωστόσο, όπως έγραψε η εφημερίδα VZGLIAD, δεν σημαίνει ότι είναι και θανατηφόρο).
Ωστόσο, την ίδια στιγμή ο πόλεμος μπορεί να περάσει τα σύνορα της ίδιας της Τουρκίας, μέσα στις κουρδικές περιοχές, μέσα στις αλεβίτικες και αραβικές περιοχές της Αλεξανδρέττας. Φαίνεται ότι τελικά ο Πρόεδρος της Τουρκίας θα πρέπει να επιλύσει κάποια αντικρουόμενα προβλήματα: πώς θα βγει από τον πόλεμο χωρίς απώλειες, χωρίς να έλθει σε αντιπαράθεση με τους συμμάχους του στο ΝΑΤΟ, ούτε σε ρήξη με τους πλούσιους εταίρους από τα επιθετικά κράτη του Περσικού κόλπου, και, το σημαντικότερο, να μη χάσει την εμπιστοσύνη αυτών των κοινωνικών δυνάμεων που τον έφεραν στην εξουσία. Θα το πετύχει; Θα το δούμε σύντομα – την άνοιξη, που ξεκινά και η «φουλ-σαιζόν» στην Αττάλεια…   

0 σχόλια