Τι έχει γράψει ο Νταβούτογλου στο βιβλίο του για το Αιγαίο;

Η περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου: Το Αιγαίο και η Κύπρος
Το Αιγαίο και η Κύπρος κατά τη διάρκεια του Ψυχρού πολέμου αποτέλεσαν δύο σημαντικά σημεία της επικαιρότητας, που ενδιαφέρουν άμεσα τη θαλάσσια περιοχή εγγύς της Τουρκίας, χωρίς να έχει μειωθεί ποτέ η σημασία τους. Η παγκόσμια και περιφερειακή συγκυρία που άλλαξε κατά τη μεταψυχροπολεμική περίοδο προσέθεσε νέα στοιχεία στη σημασία που έχουν αυτά τα δύο σημαντικά σημεία της επικαιρότητας από την πλευρά της Τουρκίας. Στην κορυφή αυτών των νέων στοιχείων διακρίνονται το νέο πεδίο αλληλεπίδρασης και η στρατηγική διάρθρωση, που αναφέραμε παραπάνω.

Τα ζητήματα του Αιγαίου και της Κύπρου, που βρίσκονται στον χώρο αλληλεπίδρασης και διέλευσης των περιοχών των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής, άρχισαν με την αύξηση του φαινομένου της αλληλεπίδρασης να συναρμόζονται από στρατηγική άποψη τόσο μεταξύ τους όσο και με άλλα περιφερειακά ζητήματα. Η κατάσταση αυτή έχει ως αποτέλεσμα τα διεθνή ζητήματα και των δύο περιοχών, που διαβιούν σημαντικές εσωτερικές αναδιαρθρώσεις κατά τη μεταψυχροπολεμική περίοδο, να εισέλθουν σε μία διαδικασία αλληλεπίδρασης τόσο από άποψη περιεχομένου όσο και από άποψη συγχρονισμού.
Η αλληλεπίδραση αυτή αύξησε τη σημασία κυρίως της Ανατολικής Μεσογείου ως νέας περιοχής θαλάσσιας αλληλεπίδρασης. Τα ζητήματα, όπως του Αιγαίου και της Κύπρου, που περιλαμβάνονται στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, πέραν από τη σημασία που έχουν τα ίδια ενέχουν και μία ιδιαίτερη σημασία, που πηγάζει από τη διαπεριφερειακή αλληλεπίδραση. Γι’ αυτό τον λόγο είτε στα ζητήματα που σχετίζονται με τα πεδία διαπεριφερειακής αλληλεπίδρασης είτε στα δευτερεύοντα ζητήματα, όπως της Κύπρου και του Αιγαίου, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η Τουρκία δεν είναι μόνο μία χώρα του Αιγαίου αλλά και μία χώρα της Ανατολικής Μεσογείου, που εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, σε μία περιοχή που ξεκινάει από την Αδριατική και εκτείνεται ως τον κόλπο της Αλεξανδρέττας και τη διώρυγα του Σουέζ. Χωρίς τον προσδιορισμό της στρατηγικής γενικότερα της Μεσογείου και ειδικότερα της Ανατολικής Μεσογείου και χωρίς να υπάρχει ο συντονισμός της με τις πολιτικές που αφορούν τις εγγύς χερσαίες και θαλάσσιες περιοχές δεν μπορούν να αξιολογηθούν στο πλαίσιο ενός στρατηγικού συνόλου ούτε το ζήτημα του Αιγαίου ούτε και εκείνο της Κύπρου.
Οι πολιτικές της Τουρκίας για την Κύπρο και το Αιγαίο πρέπει να επανεξεταστούν ακόμη στο πλαίσιο της συγκυρίας του Ψυχρού πολέμου. Μία Τουρκία που έχει αποκλειστεί από το Αιγαίο και έχει περικυκλωθεί στα νότια από τη «Ρωμαίικη Διοίκηση της νότιας Κύπρου»* σημαίνει ότι τα περιθώριά της να κάνει ένα άνοιγμα στον κόσμο έχουν περιοριστεί σημαντικά.
Ελλάδα από το διάστημαΟ θαλάσσιος ζωτικός χώρος και το Αιγαίο
Το Αιγαίο αποτελεί το σημαντικότερο θαλάσσιο κομβικό σημείο της Ευρασιατικής παγκόσμιας ηπείρου στην κατεύθυνση Βορρά-Νότου. Σε αντίθεση με την περίπτωση της Ερυθρός θάλασσας και του Περσικού κόλπου, που κατέχουν παρόμοιες θέσεις, το Αιγαίο, που βρίσκεται σε μία κοντινή απόσταση και από τις τρεις ηπείρους και παρέχει τη δυνατότητα του ανοίγματος και στις τρεις χωρίς κάποιο χερσαίο εμπόδιο, έχει από αυτή την άποψη μία πρώτης τάξης στρατηγική σημασία όχι μόνο για την Ελλάδα και την Τουρκία, που διαθέτουν ακτές σε αυτή τη θάλασσα, αλλά κατ’ αρχάς για τις παράκτιες χώρες του Εύξεινου Πόντου και έπειτα για όλες τις παγκόσμιες και περιφερειακές δυνάμεις που έχουν ανάγκη ενός μεταφορικού και εμπορικού κόμβου.
Αυτή η παγκόσμιας κλίμακας σημασία έχει ενισχυθεί και με πάμπολλα περιφερειακά στοιχεία. Αυτή η θάλασσα-πέρασμα, που κατέχει μία προσδιοριστική θέση στη γεωπολιτική, γεωστρατηγική, γεωοικονομική και γεωπολιτισμική αλληλεπίδραση της Βαλκανικής χερσονήσου με τη χερσόνησο της Μικράς Ασίας και τη Μέση Ανατολή, παρουσιάζει μία πολύπλοκη δομή στο εσωτερικό της αποτε-λούμενη από χιλιάδες νησιά, νησίδες και βραχονήσια. Τα νησιά του Αιγαίου, που ταξινομούνται σε έξι βασικές ομάδες -νησιά του βόρειου Αιγαίου, των βόρειων Σποράδων, των Κυκλάδων, του ανατολικού Αιγαίου, των Δωδεκανήσων και του νότιου Αιγαίου- σχηματίζοντας μεταξύ τους στρατηγικά περάσματα δημιουργούν στρατηγικούς υπο-άξονες που αυξάνουν τη συνολική σημασία του Αιγαίου. Τα νησιά του Αιγαίου, που έχουν συνολικό εμβαδό περίπου 23.000 τετρ. χιλ., καλύπτουν σχεδόν το 10% του θαλάσσιου χώρου.
Το γεγονός ότι η συντριπτική πλειονότητα των νησιών του Αιγαίου βρίσκεται υπό ελληνική κυριαρχία αποτελεί το σημαντικότερο αδιέξοδο της πολιτικής της εγγύς θαλάσσιας περιοχής της Τουρκίας. Η βασική πηγή προβλήματος στο Αιγαίο είναι η αγεφύρωτη αντίφαση μεταξύ της γεωλογικής και γεωπολιτικής πραγματικότητας και του ισχύοντος καθεστώτος. Το γεγονός ότι τα νησιά του Αιγαίου είναι φυσική προέκταση της γεωλογικής δομής της χερσονήσου της Μικράς Ασίας και το ότι ο πολιτικός διαχωρισμός που έχει προκόψει, σε αντίθεση με τις γεωπολιτικές αναγκαιότητες, με τις διεθνείς συνθήκες έχει επικυρωθεί υπέρ της Ελλάδας παρέχουν το κατάλληλο έδαφος, για να αναφύονται διάφορα ζητήματα, όπως η υφαλοκρηπίδα, τα χωρικά ύδατα, ο εναέριος χώρος, η ζώνη FIR, τα πεδία διοίκησης και ελέγχου και ο εξοπλισμός των νησιών. Η εγγύτητα ενός σημαντικού μέρους των ελληνικών νησιών στη μικρασιατική ακτή σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως επιχειρησιακή βάση εναντίον της Μικράς Ασίας, και η περικύκλωση των υδάτινων διαδρόμων, που εξασφαλίζουν το πέρασμα από την Προποντίδα στη Μεσόγειο, από αυτά τα νησιά, αξιολογούνται από την Τουρκία ως ένα πολύ σοβαρό κενό ασφάλειας. Αντίθετα, η Ελλάδα ακολουθεί μία στρατηγική χρησιμοποίησης του πλεονεκτήματος που της παρέχεται από την κατοχή των νησιών, για να το εφαρμόσει στο σύνολο του Αιγαίου και της υδάτινης περιοχής. Το γεγονός ότι οι δίαυλοι (ανατολικά και δυτικά της Κρήτης) αφενός της Καρπάθου και της Κάσου και αφετέρου των Κηθύρων και του ακρωτηρίου της Σπάθης αλλά και της Καρπάθου και της Μαρμαρίδας, έχουν περικυκλωθεί από αυτά τα νησιά επηρεάζει σε σημαντικό βαθμό τη σύνδεση με τον Εύξεινο Πόντο-Προποντίδα-Μεσόγειο της Τουρκίας.
Σύμφωνα ακόμη και με το ισχύον καθεστώς των χωρικών υδάτων που διαμορφώνεται βάσει της αρχής των 6 ν.μ., την οποία υποστηρίζει και η Τουρκία, μόνο το 8,8% του Αιγαίου βρίσκεται υπό τουρκική κυριαρχία. Το ποσοστό που κατέχει η Ελλάδα βάσει αυτού του καθεστώτος, που δεν της αρέσει, αγγίζει το 35%, ενώ το 56,2% του Αιγαίου συνιστά ανοικτή θάλασσα (διεθνή ύδατα). Στην περίπτωση που ισχύσει η εφαρμογή των 12 ν.μ., η Τουρκία στην πράξη δεν θα έχει πρόσβαση στο Αιγαίο χωρίς την άδεια της Ελλάδας. Σε αυτή την περίπτωση, ενώ το ποσοστό της ανοικτής θάλασσας θα υποχωρήσει στο 26% του Αιγαίου, η κυριαρχία της Ελλάδας θα ανέλθει στο 63,9%, το Αιγαίο θα γίνει μία κλειστή θάλασσα της Ελλάδας και το ποσοστό της Τουρκίας θα κυμαίνεται γύρω στο 10%.
Στην περίπτωση που η ελληνική θέση αποκτήσει ισχύ, η Τουρκία θα βρεθεί αντιμέτωπη με μία στρατηγική πολιορκία, αλλά θα επηρεαστεί απευθείας και στις οικονομικές της δραστηριότητες. Ας δώσουμε ένα παράδειγμα: Το 88% του εξωτερικού εμπορίου της Τουρκίας πραγματοποιείται μέσω θαλάσσιων μεταφορών και πέραν εκείνου που προορίζεται απευθείας για τα παράλια της Μεσογείου. Το υπόλοιπο (περίπου το 65%) διασχίζει το Αιγαίο. Από μία άλλη σκοπιά, 15.200 πλοία των 49 εκατ. καθαρής χωρητικότητας (Κ.Κ.Χ.) καταπλέουν ή αποπλέουν διασχίζοντας το Αιγαίο σε λιμάνια του Αιγαίου, της Προποντίδας και του Εύξεινου Πόντου, ενώ 4.687 πλοία περίπου 15 εκατ. καθαρής χωρητικότητας (Κ.Κ.Χ.) καταπλέουν ή αποπλέουν σε λιμάνια της Μεσογείου. Το τελευταίο έτος, περίπου το 85% των 20.500 τόνων αργού πετρελαίου, που γίνεται η επεξεργασία του στην Τουρκία, φτάνει στα διυλιστήρια των Νέμρουτ, Αλίαγα, Tupra§, Ata§, Bota§ διασχίζοντας τη Μεσόγειο και το Αιγαίο. Η διασπορά σε λιμάνια της Τουρκίας ικανότητας φόρτο-εκφόρτωσης 120 εκατ. τόνων αποδεικνύει την αδιαμφισβήτητη θέση του Αιγαίου στις εμπορικές δομές της Τουρκίας. Περίπου το 25% αυτής της ικανότητας βρίσκεται στη Μεσόγειο, το 21% στο Αιγαίο, το 41% στην Προποντίδα και το 13% στον Εύξεινο Πόντο. Αν ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι το Αιγαίο αποτελεί την περιοχή-διάπλου της Προποντίδας και του Εύξεινου Πόντου, η γεωοικονομική σημασία αυτής της θάλασσας-διάπλου μπορεί να γίνει αντιληπτή κατά τον πιο ευδιάκριτο τρόπο.
Aegean_6_nmΟι εντάσεις που υφίστανται στις σχέσεις με την Ελλάδα πρέπει να αξιολογηθούν εκ νέου στο πλαίσιο μίας γενικής θαλάσσιας στρατηγικής στο Αιγαίο, δεδομένου ότι η χώρα αυτή, θεωρώντας ως μη ικανοποιητικό το ισχύον καθεστώς που περιορίζει τον ζωτικό χώρο της Τουρκίας, ακολουθεί μία επεκτατική πολιτική. Και το σημαντικότερο μέσο, για να επιτευχθεί αυτό, είναι η απόκτηση από μέρους της Τουρκίας ενός ισχυρού εμπορικού στόλου που θα της επιτρέπει να χρησιμοποιεί με πιο δραστήριο τρόπο τα διεθνή ύδατα στο Αιγαίο. Η υπεροχή της Ελλάδας σε αυτό το θέμα πηγάζει όχι μόνο από το εύρος της περιοχής που κατέχει στο Αιγαίο αλλά και από την ικανότητα που διαθέτει στις θαλάσσιες μεταφορές.
Μια πιο αποτελεσματική χρήση του Αιγαίου, που αποτελεί θάλασσα-σύνδεσμο, μπορεί να γίνει εφικτή μόνο με τη σύνδεση αυτής της θάλασσας με τις άλλες θαλάσσιες περιοχές. Η Τουρκία, για να γίνει μία πραγματική περιφερειακή δύναμη, είναι υποχρεωμένη να αυξήσει την πολιτική και οικονομική της επιρροή στις θαλάσσιες αρτηρίες που εκτείνονται από το Αιγαίο ως την Αδριατική και από το Σουέζ ως την Ερυθρά θάλασσα. Είναι αναπόφευκτο η Τουρκία να ακολουθήσει μία δραστήρια πολιτική σε κάθε σημείο που οδηγεί τον Εύξεινο Πόντο και το Αιγαίο στις ανοικτές θάλασσες.
Στα ευαίσθητα θέματα, όπως το Αιγαίο, η Τουρκία είναι αναγκασμένη να επιδείξει την απαραίτητη προσοχή, ώστε να μην κάνει λάθη που θα επηρεάσουν τις μακροπρόθεσμες πολιτικές της. Κατά τη διάρκεια της κρίσης των Καρντάκ, το γεγονός ότι στους χάρτες που μοιράστηκαν στις ευρωπαϊκές χώρες κατά τις εκεί διπλωματικές ενέργειες οι βραχονησίδες Καρντάκ εμφανίζονταν να είναι εντός των 12 ν.μ., όπως ισχυριζόταν η Ελλάδα, προξένησε ασυγχώρητη ζημία που έβλαψε τα κυριαρχικά δικαιώματα της Τουρκίας. Η έλλειψη επικοινωνίας που εκδηλώθηκε μεταξύ των διαφορετικών μονάδων ι ης κρατικής μηχανής σε τέτοιου είδους ευαίσθητα σημεία προκαλεί μεγάλες διπλωματικές δυσχέρειες.
Τα σφάλματα που έχουν γίνει κατά τη διάρκεια της κρίσης στη διαχείριση του ζητήματος της κυριαρχίας επί των βραχονησίδων που βρίσκονται μεταξύ των νησιών του Αιγαίου και της ηπειρωτικής περιοχής (της Μικράς Ασίας) δεν έχουν περιοριστεί από τον καιρό της πρότασης της Ελλάδας για διαβουλεύσεις το 1953. Τον Δεκέμβρη του 1995 η τουρκική πλευρά κάνοντας «τα στραβά μάτια» στη συμμετοχή της ελληνικής πλευράς στις επιχειρήσεις διάσωσης του τουρκικού πλοίου που προσάραξε στη βραχονησίδα Καρντάκ απέστειλε το μήνυμα ότι η ίδια δεν είχε μία ξεκάθαρη θέση επί του θέματος της κυριαρχίας σχετικά με τις εν λόγω βραχονησίδες. Η ελληνική πλευρά που έλαβε το μήνυμα έσπευδε συντονιζόμενη και προς την πολιτική αβεβαιότητα που κυριαρχούσε στην Τουρκία, να δημιουργήσει τετελεσμένα αναφορικά με τις βραχονησίδες αυτές, δεδομένου ότι το καθεστώς τους παραμένει ακαθόριστο από την άποψη του διεθνούς δικαίου.*
Η καθυστερημένη επέμβαση στις τότε εξελίξεις προλείαινε το έδαφος για την υιοθέτηση μίας άτεγκτης στάσης της Τουρκίας επί των προτάσεων που υποβλήθηκαν από την ελληνική πλευρά. Αφού το ζήτημα τέθηκε σε μία συγκεκριμένη τροχιά με αποτέλεσμα να αποκορυφωθεί, συνεχίστηκε να αναπέμπονται διαφορετικά μηνύματα. Από τη μία, τονίστηκε ότι αδιαφιλονίκητη ήταν η επί των συγκεκριμένων βραχονησίδων τουρκική κυριαρχία και, από την άλλη, υποστηρίχτηκε η άποψη ότι το ζήτημα πρέπει να λυθεί δια της οδού των διαπραγματεύσεων, αφού όμως πρώτα υπάρξει επάνοδος στο πριν από την κρίση καθεστώς. Με αυτό τον τρόπο, αφενός, υπήρξε σιωπή ρή παραδοχή ότι το πριν από την κρίση καθεστώς των επίμαχων βραχονησίδων δεν ήταν απολύτως βέβαιο ότι τελούσε υπό τουρκική κυριαρχία και, αφετέρου, δόθηκε η εντύπωση ότι στις μελλοντικές προσπάθειες επίλυσης δεν υπήρχε μία σαφής θέση διαπραγμάτευσης στο θέμα της κυριαρχίας. Η κατάσταση αυτή, η οποία εμφανίστηκε ως επιτυχία από την άποψη της διευθέτησης της κρίσης μέσω μιας ευέλικτης στάσης, μακροπρόθεσμα μπορεί να προκαλέσει διφορούμενες στάσεις σε κυριαρχικά θέματα, κάτι που μπορεί, όσον αφορά την Τουρκία, να επηρεάσει αρνητικά την ήδη εξαιρετικά ευαίσθητη ισορροπία στο Αιγαίο.
Η προσέγγιση του ζητήματος δεν πρέπει να γίνεται ωσάν να πρόκειται για μία οποιαδήποτε τυχαία βραχονησίδα. Η Τουρκία, εξαιτίας των προηγούμενων σοβαρών διπλωματικών παραλήψεων, έχει ήδη φτάσει στο ύστατο σημείο υποχωρήσεων στο Αιγαίο. Μετά από αυτό, κάθε συμβιβασμός που θα γίνει μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες που ενδέχεται να φθάσουν ακόμη και ως την εξαφάνιση του ζωτικού χώρου της Τουρκίας στο Αιγαίο και κατ’ επέκταση του χώρου που κινείται στον άξονα Μεσόγειος-Εύξεινος Πόντος.
Ένα άλλο ζήτημα που προέκυψε με την κρίση των Καρντάκ είναι η δυναμική να αποκτήσουν σε σύντομο χρονικό διάστημα έναν διεθνή χαρακτήρα οι διαφωνίες μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας στο θέμα του Αιγαίου. Η στάση των ΗΠΑ στην κρίση των Καρντάκ αποτελεί το πιο πρόσφατο παράδειγμα αυτής της κατάστασης αποδεικνύοντας πασιφανώς τη στρατηγική των ΗΠΑ για την ευρωπαϊκή ενδοχώρα.
Η φιλονικία περί της κυριαρχίας στο θέμα των Καρντάκ, που έλαβε χώρα μεταξύ της Τουρκίας και της Ελλάδας, κατέληξε στη στρατηγική υπεροχή των ΗΠΑ στα Βαλκάνια, στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Από αυτή την κρίση δεν βγήκε κερδισμένη ούτε η Τουρκία, η οποία τήρησε μία αντιφατική στάση θέτοντας στην τράπεζα των διαπραγματεύσεων το θέμα της κυριαρχίας των βραχονησίδων, που ισχυριζόταν ότι της ανήκουν, ούτε και η Ελλάδα, η οποία αναγκασμένη να αποσύρει τους στρατιώτες της που είχε αποβιβάσει με μεγάλες αξιώσεις στις βραχονησίδες έδωσε μία αυτόχρημα κωμική εικόνα στο ζήτημα που είχε προκαλέσει την ένταση. Ουσιαστικός παράγοντας και κερδισμένη πλευρά από αυτή την κρίση υπήρξαν οι ΗΠΑ.
Οι τελευταίες εξελίξεις δείχνουν ότι οι ΗΠΑ θέλουν, εγκαθιδρύοντας μία δυναμική σχέση μεταξύ των πολιτικών της Ανατολικής Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής τόσο να θέσουν υπό έλεγχο την ενδοχώρα (Hinterland) της Ευρώπης όσο και να καλύψουν το πεδίο γεωπολιτικού κενού που εμφανίστηκε στον άξονα Βαλκανίων-Μέσης Ανατολής μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ. Το Αιγαίο και η Κύπρος αποτελούν τα δύο σημαντικά σκέλη του άξονα Ανατολική Ευρώ-πη-Μέση Ανατολή από την άποψη του χερσαίου κομβικού σημείου και του άξονα Αδριατική-Ανατολική Μεσόγειος-Περσικός κόλπος από την άποψη του θαλάσσιου κομβικού σημείου. Το γεγονός ότι τα αμερικανικά αεροπλάνα που απογειώθηκαν από τη βάση Ιντζιρλίκ, που βρίσκεται στη νοτιοανατολική Τουρκία, για να εξυπηρετεί τις ανάγκες στη Μέση Ανατολή, επόπτευσαν την αποχώρηση των στρατιωτικών μονάδων από το Καρντάκ, αποτελεί μία σοβαρή ένδειξη της διαπεριφερειακής στρατηγικής αλληλεξάρτησης.
Στο εξής στο πλαίσιο αυτού του στρατηγικού σχεδιασμού το Κυπριακό θα έρχεται στην επικαιρότητα με πιο δραστήριο τρόπο. Με την ένταξη της Κύπρου και της Μάλτας -και αργότερα πιθανότατα και ορισμένων χωρών της Βόρειας Αφρικής- στην Ευρωπαϊκή Ένωση οι ΗΠΑ επιθυμούν από τώρα να εγκαταστήσουν τους στρατιωτικούς και διπλωματικούς ελεγκτικούς μηχανισμούς τους έναντι του ευρωπαϊκού πεδίου επιρροής, το κέντρο βάρους του οποίου θα μετακινηθεί προς τη Μεσόγειο. Στο σημείο αυτό το ΝΑΤΟ και η ΕΕ αποτελούν τα θεσμικά όργανα ενός μακροπρόθεσμου ανταγωνισμού που συνεχίζεται στο πλαίσιο της ρεαλιστικής πολιτικής (Realpolitik). Σε κάθε περιοχή εξάπλωσης του πεδίου οικονομικής επιρροής της ΕΕ είτε το ΝΑΤΟ είτε απευθείας οι ΗΠΑ αναλαμβάνουν μία νέα ειρηνευτική αποστολή. Όπως θα αναφερθούμε παρακάτω, και στο πεδίο εφαρμογής της πολιτικής αυτής σχετικά με τα Βαλκάνια ο υπολογισμός του συγχρονισμού μεταξύ της επέμβασης στο Κόσοβο και των σχεδίων διεύρυνσης του ΝΑΤΟ υπήρξε μία εξέλιξη που επιβεβαιώνει τον εν λόγω στρατηγικό προσανατολισμό.
Σήμερα έχει δημιουργηθεί ένα πολύ δυναμικό πεδίο αλληλεπίδρασης μεταξύ της Ανατολικής Ευρώπης, των Βαλκανίων, της Αδριατικής, του Αιγαίου, της Ανατολικής Μεσογείου, της Μέσης Ανατολής και του Περσικού κόλπου. Η εμφάνιση των κρίσεων των Βαλκανίων και της Ανατολής την ίδια χρονική στιγμή και η κορύφωση των κρίσεων του Αιγαίου και της Κύπρου με ελεγχόμενη συχνότητα αποδεικνύουν ότι διαμορφώνεται ένας τέτοιου είδους άξονας αλληλεπίδρασης. Θα είναι αναπόφευκτη η ανάπτυξη νέων κινήσεων στον άξονα αυτό της αλληλεπίδρασης που συνδέει τα Βαλκάνια με τη Μέση Ανατολή.
Για να μην επηρεαστεί αρνητικά η Τουρκία από αυτή την αλληλεπίδραση, πρέπει να μελετηθούν με προσοχή τι είδους αποτελέσματα θα προκύψουν βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα από τις νέες στρατηγικές διευθέτησης διαφορών και κινήσεων στον άξονα Βαλκανίων-Μέσης Ανατολής και Αδριατικής-Ανατολικής Μεσογείου-Περσικού κόλπου.
* Σ.τ.μ.: Ο συγγραφέας σύμφωνα και με την επίσημη τουρκική πολιτική της μη αναγνώρισης της Κύπρου ως κυρίαρχης οντότητας σε ολόκληρο το νησί, αποκαλεί την Κυπριακή κυβέρνηση ως τη «Ρωμαίικη Διοίκηση της νότιας Κύπρου». Η «ρωμαίικη» ιδιότητα αποτελεί εθνικοθρησκευτική κατηγορία αντίστοιχη της οποίας είναι η «μουσουλμανική».
* Σ.τ.μ.: Επισημαίνεται ότι ήδη από το 1932 με πρωτόκολλα που υπογράφηκαν μεταξύ της Τουρκίας και της Ιταλίας η εν λόγω περιοχή έχει οριοθετηθεί με τρόπο λεπτομερή. Συνεπώς, οι ισχυρισμοί του συγγραφέα δεν έχουν καμία απολύτως βάση.
davutoglou
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

0 σχόλια