Η Τουρκία διεξάγει ένα βρώμικο πόλεμο εναντίον του κουρδικού πληθυσμού της

protesters in Diyarbakir
Μια έκθεση πίσω από τις γραμμές, την ώρα που οι αντάρτες του ΡΚΚ αντιστέκονται σε μια άγρια κυβερνητική εκστρατεία που θέλει να συντρίψει την εξέγερση τους.
Cizre, Τουρκία  Οι δρόμοι εδώ είναι σχεδόν ερημικοί, πλην των τεθωρακισμένων οχημάτων μεταφοράς προσωπικού που περιπολούν σε αυτήν την τσακισμένη κουρδική πόλη. Τα λίγα παιδιά που επέστρεψαν πρόσφατα ή άντεξαν δυόμισι μήνες απαγόρευσης κυκλοφορίας και έντονου μαχών κλωτσούν μια μπάλα, ενώ οι γονείς τους περισυλλέγουν τα απομεινάρια των σπιτιών τους, μαύρα, καμένα, με θραύσματα από τους έντονους βομβαρδισμούς. Πεζοδρόμια καταπατημένα με κοιλότητες και κρατήρες όπου οι Κούρδοι αντάρτες πυροδότησαν αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς εναντίον του εχθρού τους. Ο πόνος και η δυστυχία είναι χαραγμένα στα πρόσωπα των επιζώντων, οι οποίοι ζουν τώρα κάτω από τη στενή επίβλεψη του εισβολέως στρατού.

Εδώ δεν είναι η Συρία, ούτε Ιράκ. Είναι η Τουρκία, εταίρος της Αμερικής στο ΝΑΤΟ, τώρα στη δίνη ενός ταχέως εξελισσόμενου πόλεμου εναντίον του κουρδικού πληθυσμού της στα νοτιοανατολικά της χώρας. Ο Lazar Simeonov και εγώ είμαστε οι πρώτοι ξένοι δημοσιογράφοι που περνάνε μέσα από το δαχτυλίδι του χάλυβα που περιβάλλει το Cizre από τις τουρκικές κυβερνητικές δυνάμεις που άρχισαν μια στρατιωτική εκστρατεία το περασμένο έτος για να συντρίψουν την εξέγερση του εκτός νόμου Κουρδικού Εργατικού Κόμματος (ΡΚΚ).
Τα σημεία ελέγχου γύρω από την πόλη εμποδίζουν την πρόσβαση σχεδόν σε όλους, εκτός από τους κατοίκους της περιοχής. Η αστυνομία ερεύνα διεξοδικά όλους στα σημεία εισόδου. Παρατηρούμε τις βαριά οπλισμένες ειδικές δυνάμεις καθώς ψάχνουν μια έγκυο γυναίκα που προσπαθεί να φύγει από την πόλη. Μοιάζει αβοήθητη και μέσα στην αγωνία, σκυμμένη σε ένα φορείο, την ίδια στιγμή που τα στρατεύματα διατάσσουν τον σύζυγό της και τα μικρά τους παιδιά έξω από το ασθενοφόρο έκτακτης ανάγκης για σωματικό έλεγχο, καθώς ψαχουλεύουν τον ιατρικό εξοπλισμό σε αναζήτηση όπλων.
Εκατοντάδες άμαχοι σκοτώθηκαν πριν από τη στρατιωτική επίθεση που έληξε στις 11 Φεβρουαρίου 2016. Ομάδες της προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων λένε πως οι κυβερνητικές δυνάμεις έχουν πραγματοποιήσει σφαγές αμάχων, καθώς επίσης εξωδικαστικές εκτελέσεις. Ωστόσο, σύμφωνα με την Τζανκίζ Σεβίκ, εκπρόσωπο του Ιδρύματος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Τουρκίας (οργάνωση με έδρα στην Άγκυρα που αναγνωρίζεται από τη Διεθνή Αμνηστία, το Συμβούλιο της Ευρώπης, τον Ερυθρό Σταυρό και τον ΟΗΕ για την τεκμηρίωση των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και υποστήριξη για τους επιζώντες βασανιστηρίων σε όλη την Τουρκία), η συλλογή πληροφοριών έχει παρεμποδιστεί από την τουρκική κυβέρνηση. Εξηγεί πως οι ειδικοί ιατροδικαστές της οργάνωσης της δεν μπορούν να προβούν σε αυτοψίες και τους έχει απαγορευτεί η παραμονή στην πόλη, η οποία παραμένει επίσης υπό απαγόρευση της κυκλοφορίας.
Το Cizre και η παλιά πόλη του Ντιγιαρμπακίρ, η de facto πρωτεύουσα του τουρκικού Κουρδιστάν, έχουν δει τις πιο σοβαρές μάχες σε μια αστική εξέγερση που έχει εξαπλωθεί σε αυτό που οι Κούρδοι ονομάζουν βόρειο Κουρδιστάν. Είναι μια πατρίδα την οποία η τουρκική κυβέρνηση αρνείται να αναγνωρίσει. Ούτε εγγυάται το καθεστώς εθνικής μειονότητας για μια ομάδα που αποτελεί περίπου το 20% του πληθυσμού της χώρας, συγκεντρωμένη στα νοτιοανατολικά, αλλά και ως μία μεγάλη μειονότητα στην Κωνσταντινούπολη.
Σύμφωνα με μαχητές και διοικητές του ΡΚΚ, με τους οποίους η εφημερίδα μίλησε πίσω από οδοφράγματα στην εμπόλεμη πόλη της Nuysabin, στα σύνορα της Τουρκίας με τη Συρία, η απροθυμία της κυβέρνησης να δεχθεί τα δικαιώματα των εθνικών μειονοτήτων κατά τη διάρκεια των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων πριν από εννέα μήνες οδήγησε στην κατάρρευση των συνομιλιών. Λένε ότι αυτός ο νέος πόλεμος – η τελευταία φάση των τριάντα ετών συγκρούσεων–  θα επεκταθεί, ορκίζονται πως το ΡΚΚ θα κινηθεί με τους αντάρτες της στην ανατολή, κουρδικής πλειοψηφίας πόλεις κατά τους επόμενους μήνες, ενώ θα φέρουν επίσης τον πόλεμο στις μεγάλες μητροπόλεις της χώρας όπως τη Κωνσταντινούπολη.
Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι έχει εμπλακεί σε έναν πόλεμο ενάντια τρομοκρατών που αποσταθεροποιούν την χώρα. Πράγματι, η κυβέρνηση παραθέτει το PKK ως τρομοκρατική οργάνωση, όπως κάνουν η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Είναι σαφές πως η κυβέρνηση μας επέτρεψε την πρόσβαση στο Cizre με την ελπίδα ότι θα δούμε τον πόλεμο μέσα από τα μάτια της. Το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ενδιαφέρεται λίγο για τη συζήτηση των κουρδικών αιτημάτων για δικαιοσύνη και αυτονομία. Μια ώρα αφού η τουρκική αστυνομία διέλυσε βίαια μια διαδήλωση που καλύψαμε στο Ντιγιαρμπακίρ, ένας τοπικός εκπρόσωπος του ΑΚΡ ακύρωσε την προγραμματισμένη συνέντευξη μας.
Περνώντας από ένα σημείο ελέγχου στο Cizre, όπου οι στρατιώτες που φορούν κουκούλες και κρατούν με υποπολυβόλα τους κατοίκους για ώρες, ο υπεύθυνος κυβερνήτης είναι διστακτικός στο να μας δώσει πρόσβαση.
«Αν δεν τους αφήσουμε να περάσουν για να δούνε πως είναι τα πράγματα, θα ακούνε την προπαγάνδα του PKK,» είπε ο Samih Deniz, ένας εκπρόσωπος από το γραφείο Τύπου του πρωθυπουργού ο οποίος συντόνισε την επίσκεψή μας, στον διοικητή, ο οποίος υποχωρεί, αν και επιμένει για μια θωρακισμένη αστυνομική συνοδεία. Αυτή μας παρακολουθεί στενά, προσπαθώντας να κατευθύνει τις συνεντεύξεις μας και παρακολουθεί τις φωτογραφίες που παίρνουμε.
«Χαμογελάστε», προστάζουν οι μπάτσοι στους τρομοκρατημένους Κούρδους κάτοικους που στέκονται μπροστά από τα συντριμμένα σπίτια και μαγαζιά τους όσο ο Simeonov τραβάει φωτογραφίες. «Θα δείτε τι έκαναν εδώ οι τρομοκράτες», μου λέει ο Deniz όσο περπατάω μέσα από ένα δωμάτιο του δεύτερου ορόφου ενός σπιτιού με μια τεράστια τρύπα στον τοίχο, μια ζημιά που προκλήθηκε προφανώς από ένα βλήμα τουρκικού άρματος. «Κοιτάξτε την καταστροφή που προκαλούν», προσθέτει, στο απανθρακωμένο δωμάτιο όπου η θερμότητα από την έκρηξη έχει λιώσει το σπασμένο γυαλί.
Υπό το φόβο των αντιποίνων από αυτές τις δυνάμεις κατοχής, οι κάτοικοι, κάθε φορά που βρίσκονται σε κοντινή απόσταση του Deniz ή της αστυνομίας, το μόνο που αναφέρουν είναι πως έχουν παγιδευτεί μεταξύ του ΡΚΚ και των κυβερνητικών δυνάμεων. Μόνο μετά από τον χωρισμό μου με τον Simeonov και αφού χάσουμε τους συνοδούς στα γεμάτα με μπάζα δρομάκια, αρχίσαμε να ακούμε από τους επιζώντες τις πραγματικές ιστορίες μίας ανελέητης επίθεσης από την κυβέρνηση.
«Ο Κουρδικός λαός αγωνίζεται για τα δικαιώματά μας, και η Τουρκία προσπαθεί να μας εξοντώσει», λέει ο 53χρονος Ramazon Sakci που στέκεται στον κήπο του σπιτιού του, ο οποίος είναι γεμάτος με τρύπες από σφαίρες. Το σπίτι του είναι σε καλύτερη κατάσταση από ό,τι των περισσότερων  – οι τοίχοι του είναι ανέπαφοι, ενώ τα σπίτια των γειτόνων του έχουν καταρρεύσει.  Ο Sakci κρύφτηκε με τα 12 παιδιά του στο υπόγειο κατά τη διάρκεια δεκαήμερων βομβαρδισμών πριν τελικά να είναι σε θέση να φύγουν.
«Η Τουρκία μπορεί να μας δίδει [τουρκικές] ταυτότητες, αλλά επιτίθεται σε όλους επειδή είμαστε Κούρδοι», προσθέτει, κατηγορώντας την τουρκική κυβέρνηση για την συλλογική τιμωρία που προορίζεται στην καταστολή των πολιτικών αιτημάτων της κοινότητας.
Την στιγμή που ακούμε την απογοήτευσή του, ακούμε και το βουητό των τεθωρακισμένων οχημάτων μεταφοράς προσωπικού που περιπολούν στον παρακείμενο δρόμο. Η μυρωδιά του θανάτου είναι παντού, τρεις εβδομάδες μετά το τέλος της μάχης. Κάτοικοι περιγράφουν πώς ο στρατός τους περικύκλωσε: πρώτα με τα άρματα στα βουνά που περιβάλλουν την πόλη και στη συνέχεια, έβρεξε σφαίρες πάνω τους από όλες τις κατευθύνσεις. Μετά από εβδομάδες βομβαρδισμών, ειδικές δυνάμεις της αστυνομίας και στρατιώτες μπήκαν στην πόλη, πηγαίνοντας από σπίτι σε σπίτι.
“Πού είναι η Αμερική;” Φωνάζει αγριεμένα μια μεσόκοπη γυναίκα με μια παραδοσιακή λευκή μαντίλα στο κεφάλι. Αρνείται να δώσει το όνομά της, φοβούμενη αντίποινα, και επιτίθεται στην σιωπή των Ηνωμένων Πολιτειών σχετικά με τη μεταχείριση του συμμάχου του ΝΑΤΟ [Τουρκίας] στους Κούρδους.
Περιτριγυρισμένη από τους γείτονες σε μια γωνιά του δρόμου, μου περιγράφει την αιματηρή μάχη σώμα με σώμα. Αντάρτες άνοιξαν τρύπες στα διαμερίσματα του ανώτερου επίπεδου για να παρέχουν θέσεις βολής εναντίον των κυβερνητικών δυνάμεων. «Χάσαμε 21 ανθρώπους σε αυτόν τον δρόμο από ελεύθερους σκοπευτές του στρατού», λέει, δείχνοντας το ύψωμα με θέα τη γειτονιά. Το μόνο που μπορεί να δει είναι ένα μέλλον με πιο έντονες μάχες. «Τα παιδιά μας τώρα μεγαλώνουν με αισθήματα εκδίκησης».
Η αίσθηση προδοσίας είναι κοινή μεταξύ των επιζώντων του Cizre, οι οποίοι θέλουν να μάθουν γιατί η Δύση υποστηρίζει τους Κούρδους αντάρτες στη Συρία, αλλά αποκαλεί τρομοκράτες τους συμμάχους τους στην Τουρκία, ακόμα και αν έχουν τον ίδιο ηγέτη και ιδεολογία.
«Το μόνο που ακούμε εδώ είναι Κομπάνι, Κομπάνι, Κομπάνι: τι γίνεται με το Cizre;», λέει η Ζαχίλα Σαχίν, 50 ετών, αναφερόμενη στη συριακή κουρδική πόλη της οποίας οι υπερασπιστές μνημονεύονται σε όλο τον κόσμο το 2014-15, και υποστηρίχτηκαν από τη Δυτική αεροπορία – όσο άντεξαν την πολύμηνη πολιορκία από το «Ισλαμικό Κράτος». Καθώς πίνει το τσάι της με το σύζυγό της στην μπροστινή αυλή του γεμάτου σπιτιού τους από οβίδες, η Σαχίν καταδικάζει ως υποκρισία την πολιτική των ΗΠΑ που υποστηρίζουν τους Κούρδους, όταν αγωνίζονται για τα δικαιώματά τους ενάντια στο ISIS, αλλά όχι το ίδιο στον αγώνα εναντίων της Τουρκίας.
Σύμφωνα με την Σεβίκ του Ιδρύματος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, τουλάχιστον 92 άμαχοι σκοτώθηκαν σε αυτή την πόλη των 132.000 από τις 14 Δεκεμβρίου 2015, οπότε και άρχισε η απαγόρευση της κυκλοφορίας, καθώς επίσης 11 άμαχοι σκοτώθηκαν το Φεβρουάριο του 2016. Ο αριθμός των θυμάτων μεταξύ 5 και 11 Φεβρουάριου δεν έχει υπολογιστεί πλήρως, αλλά επισημάνει πως τουλάχιστον 178 επιπλέον άτομα σκοτώθηκαν σε τρία υπόγεια, τα οποία χρησιμοποιούντο ως καταφύγια κατά τη διάρκεια της τελικής προέλασης των δυνάμεων ασφαλείας. Δεν είναι ξεκάθαρο αν η κυβέρνηση χτύπησε με οβίδες, χειροβομβίδες ή ρουκέτες, αλλά τα σώματα κάηκαν τόσο άσχημα, λέει η Σεβίκ που 101 από αυτούς δεν έχουν ακόμη αναγνωριστεί.
Η κυβέρνηση ισχυρίζεται πως όλοι ήταν αντάρτες του ΡΚΚ, αλλά η Σεβίκ το  αμφισβητεί αυτό, λέγοντας, «ίσως ένα ή δύο από αυτούς που σκοτώθηκαν στο υπόγειο να ήταν μαχητές.» Το Ίδρυμα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το αποκάλεσε σφαγή. “Οι [τουρκικές δυνάμεις ασφαλείας] επέβαλαν την απαγόρευση της κυκλοφορίας στο Cizre. Αυτοί είναι υπεύθυνοι για ό,τι συνέβη μέσα σε αυτό», λέει ξεκάθαρα από το τηλέφωνο του γραφείου της στην Άγκυρα.
Ο φρικτός τρόπος με τον οποίον αυτά τα 178 άτομα έχασαν τη ζωή τους έχει εξοργίσει τους Κούρδους της Τουρκίας. Στις γειτονιές γεμάτες με οδοφράγματα στη συνοριακή πόλη της Nusaybin, η “εκδίκηση για το Cizre” διακρίνεται κακογραμμένα στους τοίχους.
Το Nusaybin, ένα προπύργιο ανταρτών του ΡΚΚ, μια βάση για ταχέα χτυπήματα και επιθέσεις κατά των τουρκικών δυνάμεων ασφαλείας, υπήρξε συχνά θύμα της κυβερνητικής απαγόρευσης της κυκλοφορίας, δεδομένου ότι η ειρηνευτική διαδικασία σταμάτησε τον Ιούλιο του 2015. Ακριβώς έξω από το πολυσύχναστο κέντρο της μικρής αυτής πόλης, που απέχει μόλις λίγα μίλια από τη Συρία, οδοφράγματα με πλάκες στις γειτονιές των εργατικών τάξεων μπλοκάρουν τους δρόμους. Οι τρύπιες πολύχρωμες κουβέρτες εμποδίζουν την οπτική επαφή από τους ελεύθερους σκοπευτές της κυβέρνησης. Τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη επιτήρησης πετάνε κυκλικά.
Έφηβα αγόρια στέκονται στις γωνίες, και χρησιμεύουν ως αγγελιοφόροι για τους αντάρτες. Παραδίνουν μηνύματα με τα πόδια αναφορικά με πληροφορίες που αφορούν σε ύποπτες δραστηριότητες. Τίποτα εδώ δεν κοινοποιείται από κινητό τηλέφωνο.
Οι εντάσεις είναι μεγάλες, όταν φτάνουμε στην πόλη. Δύο εβδομάδες νωρίτερα, το ΡΚΚ απήγαγε και στη συνέχεια άφησε ελεύθερους τρεις Τούρκους δημοσιογράφους. Μόλις δύο ημέρες πριν από την επίσκεψή μας, αντάρτες πραγματοποίησαν μία επίθεση με οπλοβομβίδα (RPG) στις ειδικές δυνάμεις της αστυνομίας, σκοτώνοντας έναν αστυνομικό και τραυματίζοντας άλλους δύο. Η ομάδα αυτή  ονομάζεται Μονάδα Πολιτικής Προστασίας (YPS) και οι εν λόγω πολιτοφύλακες του ΡΚΚ έχουν ως πρότυπο την υποστηριζόμενη από τις ΗΠΑ Συριο-κουρδική ένοπλη πτέρυγα, που είναι γνωστή ως Λαϊκή Μονάδα Προστασίας ή YPG.
Στην αρχή, το Nusaybin φαίνεται όπως κάθε άλλη κουρδική κοινότητα στην Τουρκία. Τα αστυνομικά τμήματα προστατεύονται πίσω από σακιά και ενισχυμένα τείχη, ενώ τα θωρακισμένα αστυνομικά και στρατιωτικά οχήματα βρίσκονται σταθμευμένα έξω. Ωστόσο, οι καφετέριες στο κέντρο της πόλης και τα καταστήματα σφύζουν από το μεσημεριανό εμπόριο. Καθώς φθάνουμε για μια συνάντηση με το νομικά αναγνωρισμένο Δημοκρατικό Κόμμα Περιφερειών (DBP), μια αριστερή οργάνωση που εκπροσωπεί τους Κούρδους σε δημοτικό επίπεδο, η πίεση από την καταστολή γίνεται σαφής. Η τουρκική αστυνομία είχε έρθει στα γραφεία της DBP 15 λεπτά πριν και συνέλαβαν τον Zinet Algoin του τοπικού κόμματος. Η συνάντησή μας ακυρώνεται.
Η στοχοποίηση νομικά αναγνωρισμένων κουρδικών κομμάτων από την Τουρκία δεν είναι κάτι νέο. Τα οργανωμένα σε εθνικό επίπεδο κουρδικά κόμματα έχουν απαγορευθεί πολλές φορές με την κατηγορία ότι αυτά αποτελούν βραχίονες του ΡΚΚ. Το Λαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα (HDP), ένας συνασπισμός των τουρκικών σοσιαλιστικών και κουρδικών κομμάτων που σχηματίστηκε μετά τις διαμαρτυρίες του πάρκου Gezi το 2013, τακτικά κατηγορείται από την κυβέρνηση πως υποστηρίζει την τρομοκρατία.
Ένα μικρό πλήθος έχει συγκεντρωθεί έξω από την διαλυμένη πρόσοψη βιτρίνας γραφείου, και κάτοικοι της περιοχής φλυαρούν με ενθουσιασμό, με την αγωνία χαραγμένη στα πρόσωπά τους. Σε κοντινή απόσταση, συναντάμε ένα τοπικό ακτιβιστή από την εμπόλεμη περιοχή Yenisehir. Αυτός μας οδηγεί έξω από το κέντρο της πόλης και μέσα από δρομάκια, με βιαστικό περπάτημα, συνεχώς κοιτώντας πάνω από τον ώμο του. «Βγάλε τα γυαλιά ηλίου σου»με διέταξε. «Μοιάζεις με ξένο».
Περνάμε ένα παρκινγκ γεμάτο με μπάζα και αναχώματα και συναντούμε έναν έφηβο. Μας κοιτάζει για ένα δευτερόλεπτο, χαμογελάει, και γνέφει προς την κατεύθυνσή μας. Συνεχίζουμε σε ένα λαβύρινθο από κλειστούς δρόμους, ενώ το παιδί τρέχει για να ειδοποιήσει τους μαχητές για την άφιξή μας.
Οι ηλικιωμένες γυναίκες κρεμούν τα ρούχα τους πίσω από την κάλυψη των κουβερτών, ενώ τα παιδιά παίζουν στο βρώμικο δρόμο κάτω από ένα καθαρό ουρανό. Μόνο λίγα λιθόστρωτα έχουν αφεθεί στους δρόμους και τα πεζοδρόμια μεταξύ των οδοφραγμάτων. Είναι σαν, αυτή η κουρδική κοινότητα να έχει θέσει σε εφαρμογή ένα διάσημο σύνθημα από την εξέγερση του Παρισιού το 1968 «Κάτω από τις πλάκες, η παραλία.»
Σε αυτούς τους σχεδόν άδειους δρόμους, όπου μη επανδρωμένα αεροσκάφη επιτηρούν πάνω από τα κεφάλια μας, φαίνεται πως δεν είναι σύμπτωση η συνάντηση των ίδιων τριών ατόμων μιας κατασκευαστικής εταιρείας που μεταφέρουν ένα μεγάλο τρυπάνι σε τέσσερις διαφορετικές περιοχές. Πράγματι, αποδεικνύεται ότι είναι αντάρτες του ΡΚΚ που παρατηρούν τις κινήσεις μας. Τελικά, συστήνονται και μας οδηγούν σε ένα σπίτι που χρησιμεύει ως κέντρο επιχειρήσεων τους.
Οι αφίσες του φυλακισμένου ηγέτη του ΡΚΚ Αμπντουλάχ Οτζαλάν βρίσκονται στον τοίχο του καθιστικού δίπλα στις φωτογραφίες των νεκρών ανταρτών της γειτονιάς. Στον πίσω κήπο, νέοι άνδρες και γυναίκες με την πράσινη στολή και παντελόνι εργασίας κάθονται τριγύρω, πίνουν τσάι, και παρακολουθούν τους ασυρμάτους τους. Το PKK δίνει μεγάλη έμφαση στην ισότητα των φύλων και ακόμη μεγαλύτερη έμφαση στην προπαγάνδα με το φεμινιστικό χαρακτήρα του αγώνα τους.
Ο Μουσταφά, ο οποίος δεν δίνει το πραγματικό του όνομα, τραβά έξω καρέκλες στη βεράντα και επιμένει να καθίσουμε για το τσάι. «Πρώτα θα πιούμε τσάι, και μετά θα σας μεταφέρω στον κυβερνήτη,” λέει ο 26χρονος με το μουστάκι.
«Δεν μπορούμε να αφήσουμε τη γειτονιά, είναι πολύ επικίνδυνο», λέει, φορώντας ένα γιλέκο. Ακόμα, επισημαίνει πως οι αστυνομικές δυνάμεις δεν επιχείρησαν να εισβάλλουν στην κοινότητα σε δύο μήνες. Λέει πως το μεγαλύτερο πρόβλημά τους δεν είναι τα επανδρωμένα αεροσκάφη επιτήρησης, αλλά η αστυνομία με τους ελεύθερους σκοπευτές.
Ο Μουσταφά σταματάει την αφήγηση του, εξαφανίζεται μέσα στο σπίτι, και επανεμφανίζεται στιγμές αργότερα με ένα δίκαννο κυνηγετικό όπλο. Βγαίνοντας στο δρόμο και λαμβάνοντας ως στόχο την λευκή κουκίδα που βουίζει στον ουρανό, πυροβολεί. Αλλά ο κηφήνας (σ.σ. μη επανδρωμένο αεροσκάφος) είναι μακριά. Στη συνέχεια αρπάζει δύο φυσίγγια και ξαναπροσπαθεί. Φαίνεται σαν απογοητευμένο παιδί που παίζει κυνήγι πάπιας σε βιντεοπαιχνίδι. Αλλά αυτό δεν είναι παιχνίδι. Για άλλη μια φορά πυροβολεί, χωρίς αποτέλεσμα. «Αυτοί οι κηφήνες απλά τραβάνε εικόνες», με καθησύχασε.
Τελειώνουμε το τσάι μας και, στη συνέχεια, μας οδηγεί ένας διαφορετικός οδηγός μέσω ενός άλλου λαβύρινθου κλειστών δρόμων όπου οι λέξεις “PKK” και “YPS” είναι κακογραμμένες στους τοίχους. Πηδώντας στο πίσω μέρος του ανώνυμου λευκού βαν, οδηγούμαστε στην άλλη άκρη της πόλης στη γειτονιά του Frat, η οποία έχει ενταχθεί, επίσης, στην εξέγερση. Η γέφυρα που συνδέει την περιοχή με το κέντρο της πόλης είναι μερικώς ανατιναγμένη, ένα βυτιοφόρο γεμάτο σφαίρες έχει γίνει οδόφραγμα στην άλλη πλευρά. «Ανατίναξαν το φορτηγό όταν οι δυνάμεις ασφαλείας προσπάθησαν να εισβάλουν τις προάλλες», μας είπε ο οδηγός, αναφερόμενος στους αντάρτες του ΡΚΚ. Είχαμε, επίσης, δει πυροβολημένα φορτηγά σε πολλές περιοχές σφοδρών συγκρούσεων στο Cizre: αυτές οι πρόχειρες βόμβες είναι ένα κοινό όπλο εναντίον των κυβερνητικών δυνάμεων.
Πλοηγούμαστε σε ένα ακόμη δίκτυο χωματόδρομων, οδοφραγμάτων και καλντερίμια και φτάνουμε στον κυβερνήτη. Με το κωδικό όνομα Μποτάμ Ντέρσιμ, ο ψηλός, λεπτός 40χρονος ηγέτης των ανταρτών μας δείχνει ένα κλειδωμένο πίσω δωμάτιο με μεγάλες γυαλιστερές αφίσες των μαρτύρων στους τοίχους. Έχει έρθει από τις βάσεις του ΡΚΚ στα βουνά Καντίλ, κατά μήκος των συνόρων του ιρακινού Κουρδιστάν, για να εκπαιδεύσει και να οργανώσει τοπικούς εθελοντές του YPS.
Όταν οι διαπραγματεύσεις κατέρρευσαν το περασμένο έτος, η Τουρκία άρχισε μια εκστρατεία βομβαρδισμών με στόχο βάσεις του ΡΚΚ στα βουνά. (Ως πρώτο βήμα στις συνομιλίες στις αρχές του 2015, το ΡΚΚ είχε ανακαλέσει μαχητές της από την Τουρκία στο Καντίλ, από όπου είχαν πολεμήσει τον ISIS στις βόρειες ιρακινές γραμμές στο Sinjar και κοντά στο Κιρκούκ. Οι δυνάμεις του PKK όχι μόνο πολέμησαν τον ISIS αλλά εκπαίδευσαν τους πολιορκημένους Yazidis του βορειοδυτικού Ιράκ για να κάνουν το ίδιο.
Ο Ντέρσιμ κατηγορεί τον Ερντογάν για την κατάρρευση της ειρηνευτικής διαδικασίας, τονίζοντας την άρνηση του τουρκικού προέδρου να αναγνωρίσει ένα ειδικό καθεστώς για τους Κούρδους. Ο Ντέρσιμ, λέει πως ο στόχος τρεχουσών επιχειρήσεων του ΡΚΚ είναι να δημιουργήσουν τις συνθήκες για μια πολιτική λύση, και όχι για κυριαρχία.
«Το [διαπραγματευτικό] τραπέζι είναι σημαντικό, αλλά για να λειτουργήσει, θα πρέπει να βασιστεί στα δικαιώματα [που κατοχυρώνονται] στο Σύνταγμα», ο ίδιος ισχυρίζεται, με το επιχείρημα πως ο στόχος του PKK είναι να τερματιστεί ο έλεγχος από την τουρκική αστυνομία στις κουρδικές κοινότητες και να αποκτήσουν πολιτική και πολιτιστική αυτονομία. «Δεν αγωνιζόμαστε για να αντικαταστήσουμε το τουρκικό κράτος, αγωνιζόμαστε για δικαιώματα και αναγνώριση», προσθέτει, επικαλούμενος τις πρόσφατες εκκλήσεις του Οτζαλάν για τοπικό δημοκρατικό έλεγχο, όπως κάνουν οι Κούρδοι στη βόρεια Συρία. «Δεν υπάρχει πρόβλημα εάν υπάρχουν Τούρκοι στρατιώτες στα σύνορα, αλλά όχι η αστυνομία τους στους δρόμους μας», επιμένει.
Ο Αμπντουλάχ Οτζαλάν είναι μια προσωπικότητα μεταξύ των Κούρδων που μοιάζει πολύ με αυτή του Νέλσον Μαντέλα. Ένας πολιτικός θεωρητικός που επιδίωξε με ένα μαρξιστικό εθνικό απελευθερωτικό αγώνα να ενώσει τους Κούρδους που ζουν σε τέσσερις χώρες (Τουρκία, Συρία, Ιράκ και Ιράν), συνιδρυτής του PKK το 1978, και ο οποίος οδήγησε το κίνημα σε μια παρατεταμένη και αιματηρή αντίσταση των ανταρτών στη δεκαετία του 80 και του 90, μέχρι τη σύλληψή του το 1999. Η αρχική θανατική ποινή του Οτζαλάν μετατράπηκε, και επίσημα αυτός εγκατέλειψε το μαρξισμό και τον στόχο της ανεξαρτησίας πριν από τις ειρηνευτικές συνομιλίες του περασμένου έτους. Υιοθέτησε τη φιλοσοφία του αείμνηστου Αμερικανικού αναρχικού Μάρεϊ Μπούκτσιν, αναπτύσσοντας μια θεωρία χαλαρών ομοσπονδιακών κουρδικών κοινοτήτων που δεν θα προκαλέσει κατ’ ανάγκην τη διάλυση της εθνικής συνοχής της Τουρκίας. Ο Οτζαλάν έχει γίνει το σύμβολο του αγώνα της κουρδικής εθνικής πολιτικής. Ενώ υπάρχουν μεγάλες διαφορές μεταξύ των κουρδικών εθνικών κινημάτων, ο Οτζαλάν στέκεται υπεράνω όλων ως μια ηγετική μορφή.
Για τον Ντέρσιμ, οι πραγματικές διαπραγματεύσεις μπορούν να ξεκινήσουν μόνο όταν Οτζαλάν απελευθερωθεί από το νησί-φυλακή όπου κρατείται και να οδηγήσει τους Κούρδους στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Μέχρι τότε, ο Ντέρσιμ υπόσχεται εκτεταμένο πόλεμο. Ο ίδιος ισχυρίζεται πως χιλιάδες αντάρτες σύντομα θα κατέβουν από το όρος Καντίλ και θα αναζωπυρώσουν όλη τη νοτιοανατολική Τουρκία. «Αναμένουμε βαριές συγκρούσεις σε όλο το βόρειο Κουρδιστάν, την άνοιξη. Θα υπάρξουν, επίσης, συγκρούσεις στις τουρκικές μητροπόλεις», επιμένει ο Ντέρσιμ.
Ο Ντέρσιμ ισχυρίζεται ότι υπάρχουν εκατοντάδες μαχητές της πολιτοφυλακής YPS στο Nusaybin, οι οποίες θα διεξάγουν επιχειρήσεις εναντίον των τουρκικών δυνάμεων ασφαλείας. Ο ίδιος ισχυρίζεται πως το PKK έχει σκοτώσει εκατοντάδες Τούρκους στρατιώτες, ενώ οι επίσημοι τουρκικοί αριθμοί είναι σημαντικά χαμηλότεροι. Αφήνει να εννοηθεί πως το PKK έχει επίσης μεγάλες απώλειες, αλλά δεν θα δώσει αριθμούς. Με τους πολλούς νεοσύλλεκτους και την επιστροφή των αγωνιστών από το Καντίλ, λέει, ότι έχουν λάβει μια επιπλέον ώθηση από τους Κούρδους της Τουρκίας που πολέμησαν στη Συρία μαζί με το YPG και κατά του ISIS. Τα εν λόγω εμπειροπόλεμα στρατεύματα επιστρέφουν τώρα για να ενταχθούν στην αντίσταση της Τουρκίας.
Ο πόλεμος στη Συρία είχε βαθιά στρατιωτικές και πολιτικές επιπτώσεις στην Τουρκία. Στις 17 Φεβρουαρίου 2016, μια ομάδα αποστατών του ΡΚΚ πραγματοποίησε μια βομβιστική επίθεση στην Άγκυρα κατά την οποία σκοτώθηκαν 27 Τούρκοι στρατιώτες και ένας πολίτης. Η Τουρκία σπεύδει να κατηγορήσει όχι μόνο το PKK, αλλά και τα αδελφικά συριακά κινήματα στο YPG, και ξεκίνησε βομβαρδισμό κουρδικών θέσεων κατά μήκος των συνόρων της Συρίας στην επαρχία του Χαλεπίου, καθώς το YPG προχωρούσε μέσα στο χάος που δημιουργήθηκε από τους Ρώσικους βομβαρδισμούς.
Οι Κούρδοι κατηγορούν την Τουρκία πως δεν κάνει αρκετά για την καταπολέμηση του ISIS, κατηγορώντας την Άγκυρα πως δίνει στους τζιχαντιστές περιθώρια για να τους επιτεθούν. Θεωρούν την Τουρκία υπεύθυνη για τη βομβιστική επίθεση του ISIS τον περασμένο Ιούλιο στην πόλη του Suruc, στην οποία σκοτώθηκαν 33 άνθρωποι, κυρίως νέοι αριστεροί φοιτητές που συνεδρίαζαν εκεί για να βοηθήσουν στην ανοικοδόμηση της συριακής πόλης Κομπάνι, ακριβώς απέναντι από τα σύνορα.
Επίσης, η επίθεση έβαλε το τελευταίο καρφί στο φέρετρο μιας ήδη ετοιμοθάνατης ειρηνευτικής διαδικασίας. Το PKK πήρε εκδίκηση για την έκρηξη με μια επίθεση στην τουρκική αστυνομία, σκοτώνοντας δύο αξιωματικούς. Η τουρκική κυβέρνηση απάντησε με βομβαρδισμούς στο βόρειο Ιράκ και τη Συρία, με κύριο στόχο το PKK – αν και η Άγκυρα ισχυρίστηκε ότι εξίσου στόχος ήταν το ISIS. Η επίθεση συνοδεύτηκε από μαζικές συλλήψεις που έγιναν, υποτίθεται, με στόχο το PKK και τον ISIS, αλλά στην πραγματικότητα επικεντρώθηκαν στους Κούρδους άμαχους και αριστερές οργανώσεις. Οι Κούρδοι και πάλι αντεπιτέθηκαν κατά της Τουρκίας μετά από μια βομβιστική επίθεση του ISIS στην Άγκυρα τον περασμένο Οκτώβριο σε μια φιλο-κουρδική και φιλειρηνική διαδήλωση υπό το HDP, όπου 102 άμαχοι έχασαν τη ζωή τους.
Όταν οι ειρηνευτικές συνομιλίες ξεκίνησαν τον περασμένο Απρίλιο, δεν υπήρχε μεγάλη αισιοδοξία στην κουρδική κοινότητα. Στο κόμμα HDP ανατέθηκε ο ρόλος του κεντρικού διαμεσολαβιτή μεταξύ του ΡΚΚ και της κυβέρνησης. Οι ηγέτες του συναντήθηκαν με τον Οτζαλάν στη φυλακή και μετέφεραν τις απαιτήσεις του στον Ερντογάν.
Ωστόσο, όλα άρχισαν να αλλάζουν μετά τις βουλευτικές εκλογές του περασμένου Ιουνίου, όταν το HDP πήγε πολύ καλύτερα από ό,τι πολλοί ανέμεναν, κερδίζοντας 13% των ψήφων, πάνω από το όριο του 10% και ενώ οι περισσότεροι πίστευαν ότι το HDP δεν θα μπει στην Εθνοσυνέλευση. Η επιτυχία του HDP δεν έγινε αποδεκτή από το κόμμα ΑΚΡ του Ερντογάν.
Ο Ομέρ Oνέν, της κομματικής επιτροπής του HDP στο Ντιγιαρμπακίρ, κατηγορεί τον Ερντογάν και το κόμμα του, πως σκόπιμα σαμποτάρισε τις συνομιλίες, χρησιμοποιώντας τον πόλεμο με τους Κούρδους ως μέσω για να αυξήσουν την ένταση και να αλλάξουν τα αποτελέσματα των κοινοβουλευτικών δημοσκοπήσεων. Καθώς οι συγκρούσεις μαίνονταν όλο το καλοκαίρι και το φθινόπωρο, το ΑΚΡ καθυστέρησε το σχηματισμό κυβέρνησης. Μετά από μια άλλη εκλογική διαδικασία που διεξήχθη τον Νοέμβριο του 2015, το ΑΚΡ ανέκτησε την πλειοψηφία του.
Τώρα το HDP έχει βρεθεί στο περιθώριο, τόσο της κουρδικής όσο και της τουρκικής πολιτικής. «Προσπαθήσαμε να σταματήσουμε το PKK από τις απειλές του όσον αφορά την επέκταση της σύγκρουσης», λέει η Gulsen Ozer. «Αν αυτός ο πόλεμος επεκταθεί, δεν έχουμε κανένα ρόλο να παίξουμε», προσθέτει.
Σύμφωνα με τον Ercan Baran, στέλεχος ενός μεγάλου κουρδικού εργατικού συνδικάτου στο Ντιγιαρμπακίρ η ελπίδα του οράματος του HDP σε ό,τι έχει να κάνει με την ειρηνευτική διαδικασία εξατμίζεται. «Οι Κούρδοι είδαν μια θέση για τους εαυτούς τους σε ένα νέο και δημοκρατικό όραμα της Τουρκίας», λέει καθήμενος στο σαλόνι του. «Αλλά οι άνθρωποι πλέον όλο και περισσότερο δεν μπορούν να φανταστούν τους εαυτούς τους να συμφιλιώνονται με την Τουρκία.»
Τώρα, στους δρόμους της defacto κουρδικής πρωτεύουσας του Ντιγιαρμπακίρ, το παράδειγμα που το YPG έχει ορίσει μέσω της απελευθέρωσης της κουρδικής επικράτειας δια της βίας στη Συρία, αποκτά όλο και μεγαλύτερη αποδοχή. Η πολιορκία και ο βομβαρδισμός της περιοχής της Sur, που διαρκεί περισσότερο από 90 ημέρες από την Τουρκία, έχει γίνει κινητήρια δύναμη σε αυτή την αλλαγή στάσης. Οι αναφορές των αμάχων εγκλωβισμένων από τις μάχες και οι ιστορίες των γυναικών μαχητριών που σκοτώθηκαν στις επιχειρήσεις, γδυμένες και παρατημένες στους δρόμους να σαπίζουν για εβδομάδες έχουν εξοργίσει τον πληθυσμό. Οι μερικές δεκάδες αντάρτες που εξακολουθούν να αγωνίζονται για να κρατήσουν μακριά τις τουρκικές δυνάμεις ασφαλείας έχουν γίνει σύμβολο έμπνευσης για πολλούς Κούρδους.
Ο βομβαρδισμός του Sur ακούγεται πέριξ της πόλης, και τα ελικόπτερα συνεχώς κάνουν κύκλους, ενώ οι μεγάλοι στρατιωτικοί και αστυνομικοί στρατώνες στην καρδιά της πόλης υπενθυμίζουν διαρκώς ότι η περιοχή τελεί υπό κατοχή.
Μέσα στο Sur, η περιοχή ανασυγκρότησης για την τουρκική επίθεση είναι γεμάτη με στρατιωτικά οχήματα. Δίπλα στα βομβαρδισμένα κτίρια αυτού του μνημείου της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO, τα κτίρια που ανακτούνται ντύνονται με τεράστιες τουρκικές σημαίες.
Παράλληλα με τη στρατιωτική εκστρατεία τους, οι δυνάμεις ασφαλείας έχουν προσκαλέσει τα μέσα ενημέρωσης για να καταγράψουν τον ανθρωπιστικό διάδρομο  διάρκειας 2 ωρών που επιτρέπει στους αμάχους και τους τραυματίες να φύγουν. Τοποθετώντας ασθενοφόρα μπροστά από τα τεθωρακισμένα οχήματα τους, οι αρχές ανακοίνωσαν από τα μεγάφωνα πως θα παρέχεται βοήθεια σε όσους θέλουν να ξεφύγουν από τις μάχες.
Ούτε ένα άτομο αναδύεται. Οι κάτοικοι του Sur κοιτάζουν ανήμποροι πίσω από τα οδοφράγματα της αστυνομίας περίπου 50 χιλιόμετρα μακριά. «Αυτό είναι θέατρο!»,  μια γυναίκα στα 40 της φωνάζει για αυτό το παράθυρο χάριτος. «Τα παιδιά μας είναι εδώ 90 ημέρες».
Ένα θωρακισμένο όχημα με πολυβόλο στοχεύει απειλητικά κατά μήκος του πλήθους. Όταν οι δυνάμεις ασφαλείας παρατηρούν πως συνομιλώ με τους ανθρώπους πίσω από το οδόφραγμα, αρχίζουν να ουρλιάζουν ξέφρενα και με διατάσουν να ρίξω μια ματιά στο άδειο ασθενοφόρο. «Αυτή είναι η τελευταία φορά που δημιουργούμε αυτόν το διάδρομο», τονίζει ένας υπάλληλος Τύπου της κυβέρνησης, όσο ο χρόνος τελειώνει. «Ύστερα, η τελική ώθηση θα ξεκινήσει».
Χιλιάδες κατεβαίνουν στους δρόμους του Ντιγιαρμπακίρ την επόμενη μέρα για να απαιτήσουν τον τερματισμό της πολιορκίας από τις δυνάμεις ασφαλείας και την δημιουργία ενός εκτεταμένου ανθρωπιστικού ανοίγματος. Αλλά δεν είναι μόνο εκείνοι που εμπλέκονται στις μάχες που αισθάνονται την καταπίεση. Σε όλη την πόλη κανόνια νερού και APC περιπολούν τους δρόμους, συνεχώς σε εγρήγορση για τυχόν διαμαρτυρίες, οι οποίες καταλήγουν πάντα με φράγματα δακρυγόνων και αντλίες νερού υψηλής πίεσης. Ρουτίνα για τους Κούρδους δημοσιογράφους να συλλαμβάνονται και να φυλακίζονται λόγω της  κριτικής που ασκούν κατά των κυβερνητικών ή των δυνάμεων ασφαλείας. Τριάντα από αυτούς είναι σήμερα πίσω από τα κάγκελα.
Καθώς οι άνθρωποι μαζεύονται σε ένα πάρκο και στο δρόμο δίπλα σε αυτό, ΜΑΤ κινούνται και στις δύο πλευρές. Σαν επανάληψη χορογραφίας αλυσίδας γεγονότων, μεσήλικες γυναίκες, που ονομάστηκαν «μητέρες της ειρήνης», σχηματίζουν ένα φράγμα μεταξύ των νέων και της αστυνομίας. «Παντού είναι το Sur, παντού είναι επανάσταση!» φωνάζουν και ακολουθείται από το «το PKK είναι οι άνθρωποι, αυτοί είναι οι άνθρωποι!». Συνήθως αυτά ακολουθούνται από επιθέσεις εναντίον των διαδηλωτών. Ως αποτέλεσμα, λιγότεροι νέοι άνθρωποι βλέπουν την πολιτική δράση ως ένα μονοπάτι για την επίτευξη των δικαιωμάτων τους.
«Δεν πιστεύουμε σε αυτή τη ψεύτικο-ειρηνευτική διαδικασία πια», λέει η 25χρονη Yeter, η οποία αρνείται να δώσει το πλήρες όνομά της αφού ανησυχεί για μελλοντικές παρενοχλήσεις από την αστυνομία. Φορώντας ένα φόρεμα με φωτεινά παραδοσιακά κουρδικά χρώματα, εκφράζει τον θυμό και την αποφασιστικότητα μιας γενιάς που μεγάλωσε με τον πόλεμο και έχει απογοητευθεί από τις αποτυχημένες διαπραγματεύσεις. «Πιστεύω τόσο στην ένοπλη όσο και στη λαϊκή πάλη», λέει, σημειώνοντας πως η επιτυχία του YPG στην Συρία είναι κύρια πηγή έμπνευσης για το μέλλον του αγώνα στην Τουρκία.
Ενδιαφέρον πως μιλά στα τουρκικά. Οι περισσότεροι από αυτή τη γενιά μεγάλωσαν κατά την απαγόρευση της κουρδικής γλώσσας, οι μαθητές απαγορεύονταν να μιλήσουν στο σχολείο και οι γονείς αποθαρρύνονταν από τη διδασκαλία της στα παιδιά τους. Ενώ η απαγόρευση έχει αρθεί από το τέλος του στρατιωτικού καθεστώτος, τα κουρδικά εξακολουθούν να μην διδάσκονται στα δημόσια σχολεία, και κρατικοί πόροι δεν δαπανώνται για την προώθησή του. Παρά το γεγονός ότι τα κουρδικά είναι πιο συχνά σε μικρότερες κοινότητες, στο Ντιγιαρμπακίρ, σχεδόν όλες οι ταμπέλες είναι στα τουρκικά, παρόλο που η πόλη είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου κουρδική. Οι περισσότεροι από τους νέους ανθρώπους που μιλούν κουρδικά τα έχουν μάθει ως δεύτερη γλώσσα, και τα μελετούν ως μέρος του πολιτιστικού και πολιτικού τους ακτιβισμού.
Καθώς οι ομιλίες ηρεμούν, οι αστυνομικές αρχές βρίσκονται στα μεγάφωνα. «Σας δόθηκε χρόνος για τη δημοκρατική έκφραση σας», μια βροντερή φωνή αντηχεί. «Τώρα ήρθε η ώρα για να πάτε σπίτια σας». Συντόμως μετά την ανακοίνωση το πλήθος ταλανίζεται με βολές από δακρυγόνα και κανόνια νερού.
Σύμφωνα με τον Raci Bilici, πρόεδρο της Ένωσης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με έδρα το Ντιγιαρμπακίρ, βασανιστήρια και ξυλοδαρμοί βρίσκονται σε άνοδο και πάλι. Περιγράφει μια συνήθη πρακτική της αστυνομίας που αφορά στο ξυλοδαρμό συλληφθέντων Κούρδων στο πάτωμα των τεθωρακισμένων οχημάτων και σε όλη τη διαδρομή προς τα κέντρα ανάκρισης. Από την αρχή των τρεχουσών συγκρούσεων, λέει, η οργάνωσή του έχει τεκμηριώσει 101 περιπτώσεις βασανιστηρίων, και προσθέτει ότι πολλοί δεν το αναφέρουν, διότι φοβούνται επιπλέον αντίποινα από το κράτος.
Εν μέσω της πανταχού παρουσίας πολέμου και καταστολής, είναι κοινό στους Κούρδους να συγκρίνουν τη σημερινή τους κατάσταση με τη βία της δεκαετίας του 90 και στις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν η Τουρκία πραγματοποίησε βάναυσες εξεγέρσεις στην ύπαιθρο, όπου έκαψαν γύρω στα 2.400 χωριά. Εκείνοι που εκτοπίστηκαν κατέληξαν ως επί το πλείστον να κινούνται σε γειτονιές εργατικής τάξης κουρδικών πόλεων, οι οποίες σε μεγάλο βαθμό γλίτωσαν από τη βία σε αυτό τον γύρο της μάχης.
Αυτή η νέα μάχη είναι κυρίως αστική και διεξάγεται από τα παιδιά εκείνων που εγκατέλειψαν την ύπαιθρο. Μια παραδειγματική ιστορία είναι η ζωή του Μαχμούτ Ορούτσ, ενός 23χρονου αντάρτη που σκοτώθηκε στο Sur. Η μεγαλύτερη αδελφή του, η 33χρονη Σελβινάζ Τζομπάν είναι μέλος μιας οικογένειας που είχε κάνει απεργία πείνας και πραγματοποιεί μια «σταθερή αγρυπνία» σε ένα πάρκο στο κέντρο της πόλης του Ντιγιαρμπακίρ, απαιτώντας την επιστροφή των λειψάνων των αγαπημένων προσώπων τους. «Στο χωριό μας, βλέπαμε ανθρώπους να σύρονται  έξω από τα σπίτια τους και να ξυλοκοπούνται στους δρόμους», εξηγεί, σκεφτόμενη τους λόγους που ώθησαν τον αδελφό της στο δρόμο της ένοπλης πάλης. «Συνήθως ακούγαμε τις κραυγές εκείνων που οδηγούντο στην πλησιέστερη στρατιωτική βάση και βασανίζονταν».
Η Τζομπάν μιλά για το πώς η εκμετάλλευση και η φτώχεια που βιώνουν οι Κούρδοι  εργαζόμενοι και οι διακρίσεις εις βάρος των Κούρδων φοιτητών οδήγησε τον αδελφό της για να ενταχθεί το PKK όταν ήταν 17 ετών. «Προσπαθήσαμε να κάνουμε διάλογο κατά τη διάρκεια της ειρηνευτικής διαδικασίας, προσπαθήσαμε να βρούμε μια μέση λύση», λέει, εξοργισμένη. «Αλλά η άλλη πλευρά πάντα ήθελε να διεκδικήσει την εξουσία της. Εγώ δεν πιστεύω πλέον στην ειρήνη».


Επιμέλεια: Τζωρτζίνα Γάβη

0 σχόλια