Ο πραγματικός λόγος που πρέπει να ανησυχούμε για την Κίνα

Tου Narayana Kocherlakota*
Η μεγαλύτερη νομισματική ένωση παγκοσμίως αποτελείται από περίπου 1,7 δισεκατομμύρια ανθρώπους και αντιπροσωπεύει περισσότερο από το ένα τρίτο της παγκόσμιας οικονομικής παραγωγής. Την ίδια ώρα, είναι πιθανό να οδεύει προς τη διάλυσή της και αυτός είναι ένας κίνδυνος που πρέπει να απασχολήσει πολύ περισσότερο τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής.

Μιλάω, ασφαλώς, για τις ΗΠΑ και την Κίνα. Εδώ και περισσότερα από 20 χρόνια, η Κίνα διατηρεί την αξία του γουάν έναντι του δολαρίου σε εξαιρετικά στενό εύρος διακύμανσης. Αν και στην πραγματικότητα η συναλλαγματική ισοτιμία δεν είναι σταθερή (στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, το κινεζικό γουάν ανατιμάτο έναντι του δολαρίου κατά περίπου 2% ετησίως), οι χρηματοοικονομικές αγορές έχουν φθάσει στο σημείο να θεωρούν αναμενόμενη τη βραχυπρόθεσμη, περιορισμένη μεταβλητότητα και βρέθηκαν προ δυσάρεστης εκπλήξεως τον περασμένο Αύγουστο, όταν μέσα σε μία ημέρα το γουάν υποτιμήθηκε κατά 1,9% έναντι του δολαρίου. 
Αυτή η σχέση μεταξύ του γουάν και του δολαρίου επηρεάζει σημαντικά τον αντίκτυπο της νομισματικής πολιτικής των ΗΠΑ στην Κίνα. Οι όποιες αλλαγές στην επιτοκιακή πολιτική της Κεντρικής Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ επηρεάζει την αμερικανική οικονομία εν μέρει προκαλώντας την ανατίμηση του δολαρίου έναντι άλλων νομισμάτων, όπως του ευρώ και του γεν. Εάν η Κίνα διατηρήσει την ισοτιμία γουάν-δολαρίου σταθερή, οι κινήσεις της Fed θα οδηγήσουν αντιστοίχως στην ανατίμηση του γουάν έναντι άλλων νομισμάτων, ασκώντας πιέσεις στον κινεζικό πληθωρισμό και στην απασχόληση, σε μια περίοδο που αυτό μάλλον δεν θεωρείται κατάλληλο για την κινεζική οικονομία. 
Κατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο δεκαετιών, η Κίνα είχε τη δυνατότητα να αντισταθμίσει τις επιπτώσεις της πολιτικής της Fed, μεταβάλλοντας τις σχετικά μεγάλης κλίμακας δημόσιες επενδύσεις της. Εντούτοις, ήταν πάντα ξεκάθαρο πως η Κίνα δεν θα ήθελε για πολύ να χρησιμοποιεί κατά αυτόν τον τρόπο τη δημοσιονομική πολιτική, από τη στιγμή που η οικονομία της είχε αναπτυχθεί επαρκώς. Οι κινήσεις της χώρας, σε ό,τι αφορά στη νομισματική πολιτική των τελευταίων μηνών, δείχνουν πως μπορεί να έχει φθάσει ήδη σε αυτό το στάδιο. Με άλλα λόγια, ίσως έφθασε η στιγμή για την Κίνα να αποχωρήσει από τη νομισματική ένωση που τη συνδέει με τις ΗΠΑ. 
Οποιαδήποτε τέτοια διάσπαση παρουσιάζει ένα μείζον πρόβλημα: Πολλές επιχειρήσεις και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα έχουν συνάψει συμβάσεις που έχουν νόημα μόνο υπό την προϋπόθεση πως η συναλλαγματική ισοτιμία δεν πρόκειται να υποστεί μεγάλες μεταβολές με την πάροδο του χρόνου. Εάν, παραδείγματος χάριν, μια κινεζική εταιρεία χρωστάει πολλά δολάρια σε έναν πιστωτή, μία ξαφνική αλλαγή στην ισοτιμία γουάν - δολαρίου είναι ικανή να καταστήσει το χρέος μη βιώσιμο, πυροδοτώντας μια χρεοκοπία που θα έβλαπτε τόσο τον δανειολήπτη, όσο και τον πιστωτή. Αυτοί οι κίνδυνοι είναι σημαντικοί όχι μόνο για την κινεζική οικονομία, αλλά και για την παγκόσμια οικονομική κατάσταση και πιο συγκεκριμένα και για την οικονομία των ΗΠΑ. 
Στον βαθμό που μπορώ να κρίνω, οι υπεύθυνοι χάραξης οικονομικής πολιτικής στις ΗΠΑ δεν δίδουν ιδιαίτερη έμφαση στις πιθανές επιπτώσεις από μία ρήξη της νομισματικής ένωσης Κίνας-ΗΠΑ. Η συγκεκριμένη προσέγγιση θα μπορούσε να θεωρηθεί δικαιολογημένη εάν η εν λόγω οικονομία είχε το μέγεθος της Αργεντινής για παράδειγμα - η οποία και "έσπασε" τον νομισματικό δεσμό με τις ΗΠΑ στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Ωστόσο, δεν πρόκειται για μία τέτοια περίπτωση. Οι υπεύθυνοι για τη χάραξη πολιτικής στις ΗΠΑ και στην Κίνα πρέπει να αναγνωρίσουν την παγκόσμια σημασία της νομισματικής τους ένωσης και να επιδιώξουν την αναπόφευκτη διάλυσή της από κοινού και συνειδητά. Η νομισματική πολιτική των ΗΠΑ θα έπρεπε να βρίσκεται στην "κορυφή" της ατζέντας τους, καθώς υπάρχει ένας σημαντικός κίνδυνος: Εάν η Fed συνεχίσει την πολιτική σύσφιξης το 2016, είναι πιθανό να προκαλέσει μία αιφνίδια διάλυση και η επακόλουθη αναταραχή στην παγκόσμια οικονομία δεν θα συνέφερε τους Αμερικανούς. 
*O Narayana Kocherlakota είναι αρθρογράφος του Bloomberg View και καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Rochester. Διετέλεσε Πρόεδρος της Federal Reserve Bank oτης Minneapolis από το 2009 έως το 2015.

0 σχόλια