Μεταξύ Άγκυρας και Rojava

Καθόλου ήσυχα στο κουρδικό μέτωπο
Σχεδόν πριν από επτά χρόνια, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα ταξίδεψε στην τουρκική πρωτεύουσα, την Άγκυρα, για να απευθυνθεί στο κοινοβούλιο της χώρας. Η Τουρκία [1] ήταν η δεύτερη μετά την Ρωσία που χρειαζόταν μια «επανεκκίνηση». Ο πόλεμος στο Ιράκ είχε βλάψει τις σχέσεις της Ουάσιγκτον με την Άγκυρα [2], η οποία είχε προειδοποιήσει για τους κινδύνους της εισβολής των ΗΠΑ και πλήρωσε κάποιο κόστος για τις αποσταθεροποιητικές συνέπειες της. Η λεπτεπίλεπτη ρητορική του νέου προέδρου των ΗΠΑ ενώπιον της Εθνοσυνέλευσης για το πώς οι Τούρκοι και οι Αμερικανοί στρατιώτες στάθηκαν πλάι-πλάι «από την Κορέα ως το Κοσσυφοπέδιο και την Καμπούλ» [3] και ο θαυμασμός του για την «δημοκρατία της Τουρκίας» φαινόταν να χτυπά ακριβώς τις σωστές χορδές. Ήταν η αυγή μιας νέας εποχής στην οποία οι στενές σχέσεις με μια μεγάλη, ευημερούσα, εκδημοκρατιζόμενη, κυρίως μουσουλμανική χώρα θα γινόταν το παράδειγμα μιας πιο εποικοδομητικής, λιγότερο εμπόλεμης πορείας της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ.

Τώρα, στο τελείωμα της εποχής εκείνης, η Ουάσιγκτον φαίνεται να μην έχει πάει πουθενά με την Άγκυρα. Τα ζητήματα που διακυβεύονται είναι διαφορετικά, αλλά η διχόνοια και η δυσπιστία χαρακτηρίζουν αυτό που υποτίθεται ότι ήταν μια «συνεργασία-πρότυπο» βασισμένη στα κοινά συμφέροντα και τις αξίες αμφοτέρων. Τι συνέβη;
Κατά μια έννοια, τίποτα. Παρά τον τρόπο που οι ελίτ της εξωτερικής πολιτικής έχουν μιλήσει για την Τουρκία –υπερμαχόμενες του Δυτικού προσανατολισμού της εξωτερικής πολιτικής της- η σχέση ήταν πάντα μια άσκηση στην απογοήτευση. Υπήρχαν σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο χωρών για την απόφαση του προέδρου των ΗΠΑ John F. Kennedy να αποσύρει τους πυραύλους Jupiter από την Τουρκία μετά την κουβανική κρίση των πυραύλων, για την τουρκική εισβολή και κατοχή της βόρειας Κύπρου το 1974 που οδήγησε σε ένα αμερικανικό εμπάργκο όπλων, για τις σχέσεις της Άγκυρας με την Αθήνα, για την γενοκτονία των Αρμενίων, και για την θέση της Τουρκίας σχετικά με την εισβολή στο Ιράκ. Ακόμη και κατά την διάρκεια των πρώτων ετών του Ομπάμα, οι αξιωματούχοι των ΗΠΑ υπέστησαν οδυνηρό μαστίγωμα. Ένα χρόνο μετά την εμφάνιση του Ομπάμα στο τουρκικό κοινοβούλιο, η Άγκυρα άσκησε βέτο σε ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών για την επιβολή κυρώσεων κατά της Τεχεράνης˙ διαπραγματεύτηκε μια πυρηνική συμφωνία με το Ιράν (και την Βραζιλία)˙ και ενεργοποίησε τον διαβόητο Στόλο της Ελευθερίας που προσπάθησε να σπάσει τον ισραηλινό ναυτικό αποκλεισμό στην Λωρίδα της Γάζας και είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο εννέα ανθρώπων πάνω στο τουρκικής σημαίας πλοίο, το Mavi Marmara [4].
16032016-1.jpg
Κούρδος, μέλος των Δυνάμεων Αυτοάμυνας βρίσκεται κοντά στα σύνορα Συρίας-Τουρκίας στην συριακή πόλη αλ-Derbasiyah, την 9η Φεβρουαρίου 2016. RODI SAID / REUTERS
------------------------------------------------
Αφότου ο Ομπάμα και ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος ήταν τότε πρωθυπουργός και τώρα είναι πρόεδρος της Τουρκίας, καθάρισε την ατμόσφαιρα σε μια ιδιωτική συνάντηση στην σύνοδο κορυφής του G-20 τον Σεπτέμβριο του 2010, τα πράγματα φάνηκε και πάλι να βρίσκουν τον δρόμο τους. Η νέα «χρυσή εποχή» στις σχέσεις κορυφώθηκε με την Αραβική Άνοιξη. Παρά τις στενές σχέσεις της Άγκυρας με τον Σύριο Μπασάρ αλ-Άσαντ και τον Λίβυο Μουαμάρ αλ-Καντάφι, η κυβέρνηση Ομπάμα (όπως και το σύνολο της ελίτ της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ) θεωρούσε την Τουρκία ως πρότυπο για τον αραβικό κόσμο και έβλεπε προς τους Τούρκους για να διευκολύνουν «ήπιες προσγειώσεις» [5 ] και μεταβάσεις στην δημοκρατία.
Ωστόσο, ήταν επίσης η Αραβική Άνοιξη [6], συγκεκριμένα η εξέγερση στην Συρία και η διασταύρωσή της με την τουρκική εσωτερική πολιτική, που ανανέωσε την ένταση στις αμερικανο-τουρκικές σχέσεις. Οι διαμαρτυρίες που ξεκίνησαν τον Μάρτιο του 2011 στην νότια συριακή πόλη Deraa φάνηκαν μια τέλεια ευκαιρία για την Άγκυρα ώστε να επιδείξει την ηγετική της θέση στην Μέση Ανατολή. Ο Ερντογάν θα μπορούσε να αντλήσει από την επένδυσή του σε χρόνο και πολιτικό κεφάλαιο στις σχέσεις του με τον Άσαντ κατά την διάρκεια των προηγούμενων πέντε ετών (απέναντι σε μια σκεπτική κυβέρνηση Μπους και μια πιο δεκτική κυβέρνηση Ομπάμα [7], ο Ερντογάν είχε αφήσει να εννοηθεί ότι δούλευε για να τραβήξει την Δαμασκό μακριά από την Τεχεράνη) ώστε να επηρεάσει την συμπεριφορά του Σύριου ηγέτη.
Όταν οι συριακές δυνάμεις ασφαλείας απάντησαν στην εξέγερση στην Deraa με σκληρό τρόπο, ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας ταξίδεψε στην Δαμασκό για να συμβουλεύσει προσοχή και μεταρρυθμίσεις. Ο Άσαντ προφανώς συμφώνησε, αλλά παρ’ όλα αυτά συνέχισε τις προσπάθειές του για να καταστείλει την εξέγερση. Οι νέες τουρκικές παρακλήσεις απορρίφθηκαν προς όφελος των ιρανικών συμβουλών. Αφότου μεγάλος αριθμός προσφύγων άρχισε να ρέει κατά μήκος των τουρκικών συνόρων αναζητώντας ασφάλεια από τον συριακό στρατό και τα τάγματα θανάτου του καθεστώτος, η Άγκυρα παραιτήθηκε από τον κάποτε σύμμαχό της. Ήταν μια θέση αρχής, αλλά ο Ερντογάν ήταν ακόμη απρόθυμος να ηγηθεί της προσπάθειας εκδίωξης του δικτάτορα, προτιμώντας αντ’ αυτού να ενθαρρύνει, να δελεάσει, ακόμη και να ντροπιάσει τις Ηνωμένες Πολιτείες για μια άλλη σύγκρουση στην Μέση Ανατολή -αλλά εις μάτην.
Οι Τούρκοι, που ήταν πολύ κοντά [στο Ιράκ] καθώς ένας πρόεδρος των ΗΠΑ εισέβαλε στο Ιράκ για τους πιο αδύναμους λόγους, ήταν τώρα βαθύτατα απογοητευμένοι που ένας άλλος πρόεδρος των ΗΠΑ, ο οποίος τουλάχιστον είχε την ηθική δικαιολογία για να ανατρέψει το συριακό καθεστώς, αρνήθηκε να δράσει. Αφέθηκαν να αντιμετωπίσουν την ειρωνεία της κατάστασής τους: Η δράση της Ουάσιγκτον στο Ιράκ και η αδράνειά της στην Συρία αμφότερες απείλησαν την τουρκική εθνική ασφάλεια. Όταν η ιρακινή και η συριακή διαμάχη μπλέχτηκαν το καλοκαίρι του 2014, με την μορφή της προέλασης του ηγέτη του Ισλαμικού Κράτους (ISIS) [8] Αμπού Μπακρ αλ-Μπαγκντάντι στην Μοσούλη, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Τουρκία βρέθηκαν να επιδιώκουν διαφορετικούς στόχους και συμφέροντα.
Για τους Τούρκους, η αμερικανική στρατηγική να «υποβαθμίσουν και να κατανικήσουν» το ISIS ήταν ανόητη, διότι δεν στόχευε το συριακό καθεστώς, το οποίο, για την Άγκυρα, είναι η ρίζα του προβλήματος. Ο Ερντογάν αρνήθηκε επίσης να συμμετάσχει στον αντι-ISIS συνασπισμό του Ομπάμα, επειδή φοβόταν ότι η οργάνωση θα προβεί σε αντίποινα, και αν το έκανε θα χυνόταν αθώο τουρκικό αίμα. Το πιο σημαντικό ήταν πως η αντίληψη της Τουρκίας για την απειλή εξελίχθηκε καθώς η εξέγερση της Συρίας έγινε ένας εμφύλιος πόλεμος, μια σύγκρουση μεταξύ περιφερειακών πληρεξουσίων, το θέατρο της αναμέτρησης μια μεγάλης δύναμης, και μια ζώνη απρόσκοπτου εξτρεμισμού. Η βία όλων αυτών των συγκρουόμενων μαχών διέλυσε την Συρία πέρα από κάθε αναγνώριση. Οι Τούρκοι κατάλαβαν ότι καθώς η Συρία κατακερματιζόταν, οι Κούρδοι της χώρας θα προσπαθούσαν να χαράξουν μια ανεξάρτητη οντότητα σε ένα τμήμα του εδάφους που εφάπτεται στο κυρίως Κουρδικό νοτιοανατολικό τμήμα της Τουρκίας. Η ανάδυση του δυτικού Κουρδιστάν ή «Rojava», είναι μια εξέλιξη που οι Τούρκοι ηγέτες επιμένουν ότι η Άγκυρα δεν μπορεί να ανεχθεί.
Ο ΕΧΘΡΟΣ ΣΟΥ, ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ
Η πάλη μεταξύ του τουρκικού και του κουρδικού εθνικισμού είναι και ήταν πάντα το κεντρικό δράμα της πολιτικής της Τουρκίας. Όταν ο Ερντογάν και το κόμμα του της Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης ήρθαν στην εξουσία το 2002, προσπάθησαν να μετριάσουν αυτήν την σύγκρουση μη δίνοντας έμφαση στον «τουρκισμό» ως δείκτη ταυτότητας, τονίζοντας αντ’ αυτού το Ισλάμ, το οποίο μοιράζεται η συντριπτική πλειοψηφία των Τούρκων πολιτών˙ αλλά και μέσω μεγαλύτερων επενδύσεων στα κυρίως κουρδικά νοτιοανατολικά˙ και μέσω διαπραγματεύσεων με το Κουρδικό Εργατικό Κόμμα [9] (ΡΚΚ) για τον τερματισμό της βίαιης σύγκρουσης που η οργάνωση είχε εξαπολύσει εναντίον της Τουρκίας από το 1984. Κάθε μια από αυτές τις προσπάθειες απέτυχε, εξουδετερωμένη από την πολιτική του ασυμβίβαστου εθνικισμού και στις δύο πλευρές.
Και όταν τα τουρκικά τανκς στάθηκαν ως σιωπηλοί φρουροί σε μια μπλόφα με θέα την συριακή κουρδική πόλη του Κομπάνι [10] κατά την διάρκεια του καλοκαιριού και του φθινοπώρου του 2014 καθώς το ISIS πολιορκούσε την περιοχή, οι Κούρδοι της Τουρκίας εξοργίστηκαν. Εκείνη την στιγμή τα συμφέροντα του Ερντογάν συνέπιπταν με αυτά του Μπαγκντάντι. Η καταστροφή των Κούρδων της Συρίας θα απέκλειε την πιθανότητα ότι η Rojava θα γινόταν μια πραγματικότητα, προστατεύοντας την εθνικιστική πλευρά [των ψηφοφόρων] του Τούρκου ηγέτη, καθώς ο ίδιος έβλεπε προς τις βουλευτικές εκλογές. Τότε υπήρξε η εντατικοποίηση της βίας μεταξύ του τουρκικού κράτους και του PKK. Οι διαπραγματεύσεις είχαν επιδεινωθεί για κάποιο χρονικό διάστημα οδηγώντας πιθανότατα σε επάνοδο της βίας, αν και η γενεσιουργός αιτία για το ξέσπασμα των μαχών που ξεκίνησαν στα μέσα της δεκαετίας του 2015 ήταν η δολοφονία δύο Τούρκων αξιωματικών της αστυνομίας, καθώς κοιμούνταν στο Ceylanpinar, κοντά στα συριακά σύνορα. Δεν είχε σημασία, όμως, δεδομένου ότι ο Ερντογάν ήταν σε θέση να αξιοποιήσει τον νέο γύρο βίας για δικό του πολιτικό όφελος στις προαναφερθείσες εκλογές.
16032016-2.jpg
Μια μικρή Σύρια περπατά καθώς περιμένει να περάσει στην Συρία από το συνοριακό πέρασμα Oncupinar στη νοτιοανατολική πόλη Κιλίς, στην Τουρκία, στις 11 Φεβρουαρίου 2016. OSMAN ORSAL / REUTERS
-------------------------------
Ένας λογικός αναγνώστης μπορεί να αναρωτηθεί, τι έχει να κάνει με τις Ηνωμένες Πολιτείες αυτή η περίπλοκη κατάσταση; Σχεδόν τα πάντα. Όταν η Τουρκία σηματοδότησε την βαθιά απροθυμία της να γίνει μέλος του αντι-ISIS συνασπισμού το καλοκαίρι του 2014, η Ουάσιγκτον ξεκίνησε να ψάχνει για άλλους συμμάχους στην περιοχή για να αποκλείσει την ανάπτυξη μεγάλου αριθμού αμερικανικών στρατευμάτων στο Ιράκ και, ενδεχομένως, στην Συρία. Η κυβέρνηση Ομπάμα βρήκε εταίρους σε ορισμένες μονάδες του στρατού του Ιράκ, τους ιρακινούς Κούρδους πεσμεργκά [11], και τους Σύριους Κούρδους μαχητές που ονομάζονται Μονάδες Λαϊκής Προστασίας, γνωστοί ευρέως με το κουρδικό ακρωνύμιο τους, YPG.
Αποδεικνύεται ότι, σύμφωνα με αξιωματούχους των ΗΠΑ, το YPG είναι μια αποτελεσματική δύναμη ενάντια στο ISIS και, ως εκ τούτου, οι Αμερικανοί στρατιωτικοί διοικητές έχουν ολοένα και περισσότερο συντονιστεί με τους μαχητές της οργάνωσης. Ωστόσο, το YPG υπάρχει εν μέρει επειδή το PKK βοήθησε στην σύστασή του αφότου η συριακή εξέγερση έγινε στρατιωτικοποιημένη και οι δύο οργανώσεις συντονίστηκαν ξεκάθαρα. Αυτό έκανε δύσκολο στους Αμερικανούς πολιτικούς οι οποίοι έχουν εργαστεί σκληρά για να επιβεβαιώσουν ότι η Τουρκία έχει το δικαίωμα να αμύνεται κατά της τρομοκρατίας του ΡΚΚ, να διατηρούν παράλληλα την ιδέα ότι το YPG και το ΡΚΚ είναι διακριτά. Αυτή η αντίληψη, στην οποία μόνο οι αξιωματούχοι των ΗΠΑ φαίνεται να πιστεύουν, τους επιτρέπει να συνεχίζουν να εργάζονται με το YPG κατά του ISIS.
Αυτός ο διαχωρισμός από την Ουάσιγκτον είναι μια προσβολή για την Άγκυρα, η οποία φοβάται ότι το YPG -με τη βοήθεια του ΡΚΚ και του στρατού των ΗΠΑ- θα καταφέρει να αποσπάσει την Rojava από την Συρία, αφήνοντας αυτό που κατά την Τουρκία είναι ένα τρομοκρατικό κράτος στα σύνορά της, το οποίο έχει σχέδια για το έδαφός της. Έτσι τώρα ο τουρκικός στρατός βομβαρδίζει το YPG στην Συρία, ενώ το YPG συνεχίζει να συντονίζεται με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ρωσία, οδηγώντας τους Τούρκους αξιωματούχους στο συμπέρασμα ότι η Ουάσιγκτον και η Μόσχα συνωμοτούν εναντίον της Άγκυρας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι για πολλούς Τούρκους που γνωρίζουν την ιστορία της χώρας τους καλά, τα τρέχοντα γεγονότα θα φαίνονται παράξενα οικεία με την περίοδο μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν οι μεγάλες δυνάμεις προσπάθησαν να διαμελίσουν την Ανατολία.
Η Άγκυρα θέλει από την Ουάσιγκτον να επιλέξει μεταξύ της Τουρκίας και του YPG (και, κατ’ επέκταση, του PKK), αλλά λίγοι στην Ουάσινγκτον θέλουν να ασχοληθούν σοβαρά με τις συνέπειες της διάλυσης της Συρίας στις σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας και τους νέους δεσμούς των ΗΠΑ με τους Κούρδους της Συρίας. Η ιστορία δείχνει ότι αντιμέτωποι με μια επιλογή μεταξύ των Κούρδων -ενός χαλαρά οριζόμενου έθνους που απλώνεται σε τέσσερις χώρες, χωρίς να έχουν μια δική τους- και της Τουρκίας, μιας ισχυρής χώρας που βρίσκεται στο κέντρο πολλών από τα πιο πιεστικά προβλήματα της εξωτερικής πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών, οι Αμερικανοί αξιωματούχοι θα επιλέξουν την δεύτερη. Ο κόσμος έχει αλλάξει, όμως. Η Τουρκία είναι ένας σύμμαχος, αλλά δύσκολα είναι ο απαραίτητος εταίρος που προτείνει ο μύθος της. Είναι αλήθεια ότι μετά από έναν χρόνο δύσκολων διαπραγματεύσεων, η Άγκυρα χορήγησε την άδεια στις Ηνωμένες Πολιτείες να χρησιμοποιήσουν τα αεροδρόμιά της για να επιτεθούν στο ISIS, αλλά στην τρέχουσα κρίση η Τουρκία έχει αποδειχθεί ότι είναι ένας απρόθυμος, αναξιόπιστος και δύστροπος σύμμαχος. Οι Τούρκοι μοιράζονται τα συμφέροντα της Ουάσιγκτον σε γενικές γραμμές –να δουν τον Άσαντ να φεύγει και το ISIS να καταστρέφεται- αλλά απλά δεν συμφωνούν με την στρατηγική των ΗΠΑ για την επίτευξη των στόχων αυτών. Ως εκ τούτου, είναι ώρα να τοποθετήσετε ένα στοίχημα υπέρ των Κούρδων πέρα από αυτό που έχει κάνει η Ουάσιγκτον. Αυτό δεν είναι λόγω των πολλών μυθολογιών που σχετίζονται με τους Κούρδους -ότι είναι δημοκράτες, φιλο-Δυτικοί, κοσμικοί και αουτσάιντερ- αλλά μάλλον επειδή υπάρχουν σε σχετικά μεγάλους αριθμούς σε χώρους –στην Συρία και το Ιράκ- που κατακερματίζονται και όπου η Ουάσιγκτον χρειάζεται συμμάχους στον αγώνα κατά του ISIS.
Η εμπλοκή με τους αντικρουόμενους στόχους και τα συμφέροντα της Τουρκίας απλώς θα φέρουν πίσω τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το PKK είναι μια τρομοκρατική οργάνωση, αλλά, σε αντίθεση με το ISIS, μπορεί κανείς να φανταστεί έναν τερματισμό στις βίαιες συγκρούσεις του με το τουρκικό κράτος, όπως έκανε όταν ο Ερντογάν ανέλαβε τις διαπραγματεύσεις με την οργάνωση το 2013. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, είτε το επεδίωξαν είτε όχι, εκμαίευσαν την Rojava [12] και αντιστοίχως, το ιρακινό Κουρδιστάν. Και δεν μπορούν να συνεχίσουν να στρατολογούν τους Κούρδους ως προπύργια των περιφερειακών συμφερόντων των ΗΠΑ, ενώ ταυτόχρονα καταστέλλουν τις επιθυμίες τους για ανεξαρτησία. Εάν οι Κούρδοι της Συρίας (και του Ιράκ) θέλουν να είναι ανεξάρτητοι, η Ουάσιγκτον δεν θα πρέπει να τους σταματήσει.
Copyright © 2016 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

0 σχόλια