Επικίνδυνη η ανάκληση στην Βενεζουέλα;

Γιατί μια νέα ψηφοφορία θα μπορούσε να γίνει μπούμερανγκ
Αντιμετωπίζοντας μια καταρρέουσα οικονομία και μια αναζωπύρωση της αντιπολίτευσης, ο πρόεδρος της Βενεζουέλας, Nicolás Maduro, δίνει τον αγώνα της πολιτικής ζωής του. Στις 2 Μαΐου, ο συνασπισμός της αντιπολίτευσης υπό την ηγεσία του Enrique Capriles, παρέδωσε ένα αίτημα με 1.850.000 υπογραφές απαιτώντας μια ψηφοφορία ανάκλησης. Οι υποστηρικτές του Maduro στο δικαστικό σώμα και στις ρυθμιστικές Αρχές σήμερα προσπαθούν να απορρίψουν το αίτημα, αλλά η αντιδημοτικότητα του προέδρου [1] -η χώρα αντιμετωπίζει πληθωρισμό στο 700% και μεγάλες ελλείψεις τροφίμων- του δίνουν αρκετούς λόγους να φοβάται μια εκλογική διαδικασία. Κατά ειρωνικό τρόπο, για πολλούς αντιδημοφιλείς ηγέτες που έχουν προηγηθεί του Maduro, η ψηφοφορία ανάκλησης δεν ήταν πάντα κακή είδηση. Στην πραγματικότητα, μια επαναληπτική εκλογή σπάνια κάνει αυτό που επιδιώκει να κάνει –να καθαιρέσει έναν νυν ηγέτη- και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί ακόμη και να αναζωογονήσει το συγκεκριμένο καθεστώς.

Οι ψηφοφορίες ανάκλησης -σε σύγκριση με τη μακρά νομική διαδικασία της μομφής- έχουν γίνει μια δημοφιλής συντόμευση σε όλο τον κόσμο για την απομάκρυνση αντιδημοφιλών ή ανίκανων ηγετών τα τελευταία χρόνια. Οι Ηνωμένες Πολιτείες βοήθησαν να επανέλθει [η διαδικασία] το 2003, όταν ο κινηματογραφικός αστέρας Άρνολντ Σβαρτσενέγκερ αντικατέστησε τον Gray Davis ως κυβερνήτη της Καλιφόρνια αφότου ο τελευταίος απέτυχε να αντιμετωπίσει άμεσα τόσο μια ενεργειακή όσο και μια δημοσιονομική κρίση. Ήταν η πρώτη φορά που μια ψηφοφορία ανάκλησης πέτυχε να ανατρέψει έναν κυβερνήτη στις Ηνωμένες Πολιτείες από το 1921. Το επόμενο έτος, η Βενεζουέλα πραγματοποίησε ψηφοφορία ανάκλησης κατά του προκατόχου και προστάτη του Maduro, του Ούγκο Τσάβες [2], αφότου εκείνος απέλυσε το διοικητικό συμβούλιο της Petróleos de Venezuela (ή PDVSA), την εταιρεία πετρελαίου της Βενεζουέλας. Αλλά απέτυχε να βγάλει τον Τσάβες από την εξουσία και όντως κατέληξε στην ενίσχυση του καθεστώτος του.
Στην πραγματικότητα, αν και ο Τσάβες ήταν εξαιρετικά αντιδημοφιλής κατά την έναρξη της εκστρατείας της ψηφοφορίας ανάκλησης, τα ποσοστά αποδοχής του ανέκαμψαν τελικά. Στο τέλος, ακόμα κι αν υπήρξαν κάποιες διαφωνίες σχετικά με την αμεροληψία των εκλογών, σχεδόν το 60% ψήφισε για να τον κρατήσει στην εξουσία. Ο Τσάβες χρησιμοποίησε την διαδικασία για να στερεοποιήσει την υποστήριξή του μεταξύ των φτωχών και της εργατικής τάξης, καθώς επίσης και για να τιμωρήσει τους αντιπάλους του, οι οποίοι υπέγραψαν τις αιτήσεις επανάληψης των εκλογών. Αυτές αποδείχθηκαν δημοφιλείς τακτικές και, στις επόμενες εκλογές, κέρδισε το 63% της λαϊκής ψήφου.
Από τότε, ένας αριθμός τόσο εθνικών όσο και τοπικών ηγετών έχουν αντιμετωπίσει ψηφοφορίες ανάκλησης: Το 2011, ο Adolf Sauerland, δήμαρχος του Ντούισμπουργκ, στην Γερμανία˙ το 2012, ο πρόεδρος της Ρουμανίας Τραϊάν Μπασέσκου και ο κυβερνήτης του Ουισκόνσιν, Scott Walker˙ και το 2013, η δήμαρχος της Βαρσοβίας, Hanna Gronkiewicz-Waltz και η δήμαρχος της Λίμα, Susana Villaran. Και σε όλα αυτά, εκτός από την περίπτωση του Duisburg, ο νυν επέζησε της ψηφοφορίας. Άλλες χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Αυστραλίας, του Καναδά, της Ινδίας, της Μιανμάρ (ονομάζεται επίσης Βιρμανία), της Ρωσία και του Ηνωμένου Βασιλείου, έχουν εξετάσει την θέσπιση νόμων ανάκλησης έτσι ώστε να μπορούν, επίσης, να αποπέμψουν ηγέτες από την εξουσία πριν την λήξη της θητείας τους.
Ένας από τους βασικούς λόγους για την άνθιση των ψηφοφοριών ανάκλησης είναι ότι η τεχνολογία και τα social media κάνουν πιο εύκολο να συγκεντρωθεί ο αριθμός των υπογραφών που απαιτούνται για τη νομιμοποίηση αυτών των αιτημάτων. Σε πολλά μέρη, οι σχετικές προϋποθέσεις είναι αποκαρδιωτικές, με την Βενεζουέλα να είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Για να πραγματοποιηθεί όντως μια εκλογή, το Εθνικό Εκλογικό Συμβούλιο της Βενεζουέλας πρέπει πρώτα να αποκτήσει 197.978 υπογραφές, ή το 1% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων, που να πληρούν τις προϋποθέσεις για την δημιουργία ενός οργανισμού που να μπορεί να καθοδηγήσει την πλήρη προσπάθεια για ψηφοφορία ανάκλησης. Αυτός ο οργανισμός θα πρέπει στην συνέχεια να υποβάλει δεύτερη αίτηση 30 ημέρες αργότερα, που να περιέχει περίπου τέσσερα εκατομμύρια υπογραφές, ή το 20% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων. Αυτή η δεύτερη αίτηση είναι εκείνη που βάζει την ανάκληση σε ψηφοφορία.
17062016-1.jpg
Ο πρόεδρος της Βενεζουέλας, Nicolas Maduro, στις 6 Ιουλίου του 2015. JORGE DAN LOPEZ / REUTERS
-------------------------------------
Στην τελευταία εκστρατεία, οι αιτούντες στην Βενεζουέλα έχουν μαζέψει περίπου 1.850.000 υπογραφές μόνο στην πρώτη φάση, αλλά το Εθνικό Εκλογικό Συμβούλιο έχει σταματήσει την διαδικασία, υποστηρίζοντας ότι υπάρχουν πλαστογραφίες. Αυτό είναι μια κοινή καταγγελία που οι αιρετοί χρησιμοποιούν για να δυσφημίσουν μια τέτοια αίτηση, ακόμη και αν ο αριθμός των πλαστών υπογραφών είναι τόσο χαμηλός ώστε δεν επηρεάζει την νομιμότητα της αίτησης. Για παράδειγμα, κατά την διάρκεια της ανάκλησης του κυβερνήτη του Ουισκόνσιν, Scott Walker, αυτός προσπάθησε να ακυρώσει την διαδικασία επισημαίνοντας ότι υπήρχαν υπογραφές από τον Ντόναλντ Ντακ και τον Μίκυ Μάους, ακόμη και αν υπήρχαν πάνω από 900.000 υπογραφές στην αίτηση. Στην Βενεζουέλα, οι οπαδοί του Maduro υποστηρίζουν ότι έως και 10.000 υπογραφές θα αποτύχουν σε μια επαλήθευση, αλλά ακόμη και αν αφαιρεθούν αυτές οι υπογραφές από τα 1,85 εκατομμύρια νόμιμων υπογραφών, η αίτηση θα εξακολουθεί να πληροί τις προϋποθέσεις για το επόμενο βήμα.
Αν η αντιπολίτευση [3] όντως τελικά καταφέρει να αναγκάσει μια ψηφοφορία ανάκλησης, υπάρχει μια σειρά από νόμους για να την αποτρέψουν από το να πετύχει. Η βασική δομή μιας τέτοιας ψηφοφορίας είναι απλή: Είναι συνήθως είτε μια νέα εκλογή είτε ένα απλό δημοψήφισμα για το αν ο αξιωματούχος θα παραμείνει στην εξουσία, το οποίο ακολουθείται από μια δεύτερη ψηφοφορία για την αντικατάστασή του. Αλλά στην Βενεζουέλα, οι νόμοι περί την ανάκληση προϋποθέτουν ότι ο αντίπαλος πρέπει να κερδίσει τις νέες εκλογές με περισσότερες ψήφους από όσες ο νυν αξιωματούχος κέρδισε στις προηγούμενες εκλογές, και πρέπει να εμφανιστεί πάνω από το 25% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων. Αυτό σημαίνει ότι οι αντίπαλοι του Maduro πρέπει να κερδίσουν περισσότερες από τις 7.587.579 ψήφους που έλαβε ο Maduro το 2013. (Επειδή τα επτά εκατομμύρια ψήφοι είναι περισσότερες από το 25% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων, η προσέλευση των ψηφοφόρων πιθανώς δεν θα αποτελέσει ζήτημα).
Τέτοιες αυστηρές διατάξεις προσέλευση είναι σπάνιες στις Ηνωμένες Πολιτείες (όπου στις περισσότερες περιπτώσεις εφαρμόζεται το πλειοψηφικό σύστημα, που σημαίνει ότι το άτομο που παίρνει τις περισσότερες ψήφους κερδίζει), αλλά οι κανόνες αυτοί δεν είναι ασυνήθιστοι αλλού. Πιο συγκεκριμένα, ο Μπασέσκου επιβίωσε από την ανάκληση το 2012 (καθώς και μια προηγούμενη το 2007) επειδή ο νόμος απαιτεί το 50% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων να προσέλθουν στις κάλπες. Μόνο 46,13% το έκανε, παρόλο που το 87,5 % που εμφανίστηκε στις κάλπες ήθελε να τον δει να φεύγει από την θέση του. Φαίνεται ότι οι περισσότεροι από τους υποστηρικτές του Μπασέσκου συνειδητοποίησαν ότι η καλύτερη στρατηγική ήταν απλά να μην εμφανιστούν καθόλου.
Για να μειώσει με παρόμοιο τρόπο την προσέλευση των ψηφοφόρων, ο Maduro μπορεί να προσπαθήσει να αποτρέψει τους Βενεζουελάνους να ρίξουν το ψηφοδέλτιό τους και, ίσως, να αποτρέψει την αντιπολίτευση από το να καταφέρει να συγκεντρώσει τις απαιτούμενες 7,5 εκατομμύρια ψήφους. Ο Maduro επέβαλε πρόσφατα μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης [4] που έχει αυξήσει τον αριθμό των αστυνομικών στους δρόμους. Η χώρα επίσης παραπαίει από βίαιες ταραχές εναντίον του. Τόσο η αυξημένη αστυνομική παρουσία όσο και η κλιμάκωση της βίας, ιδιαίτερα στην ύπαιθρο, θα μπορούσαν να οδηγήσουν τους ανθρώπους μακριά από την κάλπη.
Υπάρχει και μια άλλη διάταξη στην οποία βασίζεται ο Maduro για να κρατήσει το κόμμα του στην εξουσία. Ορίζει ότι, αν ένας πρόεδρος έχει απομακρυνθεί κατά τα τελευταία δύο έτη της θητείας του, μια νέα εκλογή δεν θα πραγματοποιηθεί και ο αντιπρόεδρος θα αναλάβει την προεδρία. Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, που ο Maduro ανακοίνωσε στις 11 Ιουνίου ότι μια ψηφοφορία ανάκλησης, εάν τελικά συμβεί, θα διεξαχθεί το νωρίτερο το 2017, κάτι που σημαίνει ότι ο αντιπρόεδρος Maduro, ο Aristobulo Istúriz, θα πάρει την θέση του αν Maduro καταψηφιστεί. Αυτός είναι ο λόγος που οι υποστηρικτές του Maduro στο Εθνικό Εκλογικό Συμβούλιο και στο δικαστικό σώμα επιδιώκουν να καθυστερήσουν την ανάκληση -αν μπορέσουν απλώς να την μεταθέτουν για αργότερα, μια ενδεχόμενη ψηφοφορία ανάκλησης θα εξακολουθήσει να διατηρεί το αριστερό Ενωμένο Σοσιαλιστικό Κόμμα του Maduro στην εξουσία και δεν θα έχει αξία για την αντιπολίτευση. Η αντιπολίτευση δεν θέλει απλά να απομακρυνθεί ο Maduro˙ θέλει να βάλει έναν δικό της στην προεδρία. Αν ο αντιπρόεδρος του Maduro αναλάβει και κυβερνήσει με τον ίδιο τρόπο όπως ο Maduro, η ανάκληση θα ήταν ουσιαστικά για το τίποτα. Ο Istúriz μπορεί να μάθει από τα λάθη του Maduro, να θεσπίσει ευνοϊκότερες πολιτικές, να κατηγορεί τον έκπτωτο Maduro για τα δεινά της χώρας, και να κερδίσει τις επόμενες εκλογές. Στην περίπτωση αυτή, το αποτέλεσμα της ανάκλησης μπορεί να είναι ένα βήμα μπροστά για τον επόμενο ηγέτη του Ηνωμένου Σοσιαλιστικού Κόμματος και όχι μια αποπομπή.
17062016-2.jpg
Άνδρες της εθνοφρουράς της Βενεζουέλας στο Καράκας, στις 11 Ιουνίου του 2016. IVAN ALVARADO / REUTERS
------------------------------------
Αυτή η τακτική της εξάντλησης των χρονικών περιθωρίων χρησιμοποιείται επίσης στις Ηνωμένες Πολιτείες. Είτε πρόκειται για έναν υποστηρικτή της κυβέρνησης που προσπαθεί να καθυστερήσει την καταμέτρηση των υπογραφών, που κολλάει την διαδικασία με την κατάθεση μιας σειράς από επιπόλαιες αγωγές, ή που αναβάλει τον προγραμματισμό της ψηφοφορίας, τέτοια παιχνίδια συμβαίνουν παρά το πολύ ισχυρότερο και πιο ανεξάρτητο δικαστικό σύστημα των ΗΠΑ. Σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτές οι ανακλήσεις εγκαταλείπονται για αυτούς τους λόγους. Η αντιπολίτευση στην Βενεζουέλα θα πρέπει να προετοιμαστεί για παρόμοιες γελοιότητες από την διοίκηση Maduro.
Η αντιπολίτευση πρέπει επίσης να προετοιμαστεί για το χειρότερο. Όπως συνέβη και με τον Τσάβες [5], οι αποτυχημένες ανακλήσεις έχουν την δυνατότητα να ενισχύσουν το καθεστώς. Ο Scott Walker κέρδισε την επανεκλογή του ως κυβερνήτης του Ουισκόνσιν αφότου νίκησε την προσπάθεια για την ανάκλησή του, και αρχικά ήταν ένας πρωτοπόρος στην κούρσα για το προεδρικό χρίσμα των Ρεπουμπλικανών το 2016. Η πρώην δήμαρχος του Σαν Φρανσίσκο, Dianne Feinstein, νίκησε εύκολα την ανάκληση το 1983 και ξαφνικά αναδείχθηκε ως μια πιθανή Δημοκρατική υποψήφια για αντιπρόεδρος –έκτοτε έχει υπηρετήσει για πάνω από 24 χρόνια στην αμερικανική Γερουσία.
Η πιθανότητα για αποτυχία, λοιπόν, ειδικά όταν ο Maduro κατέχει μια σειρά από νομικά «χαρτιά», θα πρέπει να αποτελεί μια ανησυχία. Αλλά αυτό που κάνει η ανάκληση να αξίζει τον κόπο για την αντιπολίτευση είναι ότι αν και ο Maduro μπορεί να έχει τον έλεγχο της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας, η οικονομική κρίση τον έχει κάνει πολιτικά αδύναμο. Αν δεν έχει εκδιωχθεί τώρα, μέχρι την εποχή που θα γίνουν οι επόμενες εκλογές μπορεί να έχει ανακάμψει και να κερδίσει και πάλι.

0 σχόλια