Μπορεί να αποφευχθεί ένας νέος πόλεμος στον Λίβανο;

Από τον Μάϊο του 2008, ο Λίβανος δεν σέβεται το ίδιο του το Σύνταγμα και δεν καταθέτει ούτε προϋπολογισμό. Η χώρα έχει ξαναγίνει εύκολη λεία για το Ισραήλ. Η αποτυχία της επιχείρησης κατά της Συρίας οδηγεί τους αποικιοκράτες σε άλλο στόχο. Ακόμα κι αν μπορεί να αποφευχθεί ένας δεύτερος εμφύλιος πόλεμος, θα είναι δύσκολο να αποφευχθεί μια νέα ισραηλινή εισβολή.
Μετά την συμφωνία της Ντόχα και την αντισυνταγματική εκλογή του Μισέλ Σουλεϊμάν ως προέδρου, το 2008, κατά παράβαση του άρθρου 49 του Συντάγματος, ο Λίβανος δεν είχε βιώσει σημαντικά πολιτικά γεγονότα μέχρι τον περασμένο Αύγουστο. Τους τελευταίους επτά μήνες, η χώρα συγκλονίστηκε με την «κρίση των σκουπιδιών» από διαδηλώσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια δεύτερη «Επανάστασης των Κέδρων», στην συνέχεια από μια κρίση εμπιστοσύνης με τη Σαουδική Αραβία και τους συμμάχους της και, τέλος, από μια διεθνή αμφισβήτηση της Χεζμπολάχ. Τρία γεγονότα που μεμονωμένα δεν φαίνονται να οδηγούν πουθενά. Και όμως...
Τον Αύγουστο του 2015, άρχισε ξαφνικά η «κρίση των σκουπιδιών»: το κράτος δεν κατάφερε να ανανεώσει την σύμβαση συλλογής απορριμμάτων από την εταιρεία Sukleen. Μέσα σε λίγες μέρες, ολόκληρη η χώρα μετατράπηκε σε ένα βουνό από σκουπίδια, τα απόβλητα συσσωρεύονταν στους δρόμους. Ξέσπασαν διαδηλώσεις που κατηγορούσαν την κυβέρνηση για αδιαφορία. Πολύ γρήγορα, χιλιάδες διαδήλωναν φωνάζοντας στο κέντρο της πρωτεύουσας, ότι οι ίδιοι οι πολιτικοί είναι σκουπίδια και λεηλατούν το κράτος εις βάρος των πολιτών. Μερικά μέσα ενημέρωσης μιλούσαν για νέα «Επανάσταση των Κέδρων», σαν αυτή που είχε οργανωθεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες, μετά τη δολοφονία του πρώην πρωθυπουργού Ραφίκ Χαρίρι. Άλλα μέσα ενημέρωσης μίλαγαν για προέκταση της «Αραβικής Άνοιξης». Τελικά, η λαϊκή οργή ηρέμησε επειδή το μοναδικό κοινοτικό σύστημα του Λιβάνου –που έχει επιβληθεί από την Γαλλία- περιορίζει κάθε πολίτη στα πλαίσια της θρησκευτικής του κοινότητας και δεν του επιτρέπει έτσι να πάρει θέση για μείζονα εθνικά θέματα.
Ωστόσο, επτά μήνες αργότερα, η κρίση των σκουπιδιών δεν έχει ακόμη τελειώσει. Βεβαίως, η πρωτεύουσα και οι μεγάλες πόλεις έχουν καθαριστεί, αλλά σε πολλές περιοχές, τα σκουπίδια συσσωρεύονται δημιουργώντας έντονη δυσοσμία. Η διατήρηση και η εξάπλωση αυτού του προβλήματος έχει επιπτώσεις στη δημόσια υγεία. Ο «ιός» εξαπλώνεται συνεχώς και επηρεάζει δυσμενώς την υγεία κάθε Λιβανέζου. Υπάρχουν επίσης και οικονομικές συνέπειες, με κύρια επίπτωση την κάθετη πτώση του τουρισμού, που αποτελεί την κύρια πηγή εσόδων της χώρας.
Η δεύτερη κρίση άρχισε με την ακύρωση της Σαουδαραβικής δωρεάς 3 δισεκατ. δολλαρίων για το στρατό του Λιβάνου. Στην πραγματικότητα, αυτό το «δώρο» ήταν η αποζημίωση στον στρατό του Λιβάνου επειδή κατέστρεψε τα αποδεικτικά στοιχεία εναντίον του Majed al-Majed, που είχαν συλλάβει στις 26 Δεκεμβρίου 2013. Ο περιβόητος τρομοκράτης ήταν εκπρόσωπος του Σαουδάραβα πρίγκιπα Μπαντάρ μπιν Σουλτάν στο Λεβάντε. Τον υποψιαζόντουσαν ότι γνώριζε προσωπικά όλους τους πολιτικούς που υποστηρίζουν κρυφά τους τζιχαντιστές. Η κατάθεσή του θα έφερνε σε πολύ δύσκολη θέση τους μονάρχες της Σαουδικής Αραβίας. Ο ύποπτος είχε την «ιδέα» να πεθάνει μετά από μερικές ημέρες κράτησης χωρίς να προλάβει να ληφθεί λεπτομερής κατάθεσή του.
Για να δικαιολογήσει την ακύρωση του «δώρου», το Ριάντ επικαλέστηκε την αντίδραση του Λιβάνου στην εκτέλεση του σεΐχη Νιμρ αλ-Νιμρ. Στις 2 Ιανουαρίου 2016, η δικτατορία των πετροδολλαρίων αποκεφάλισε τον αντιπολιτευόμενο σιΐτη κληρικό. Η θανάτωση του θρησκευτικού ηγέτη προκάλεσε κύμα αγανάκτησης σε όλους τους Σιΐτες παγκοσμίως, όπως έγινε και στον Λίβανο. Η Σαουδική Αραβία κινητοποίησε τους συμμάχους της για να διεκδικήσει το κυρίαρχο δικαίωμά της να θανατώνει όποιον επιθυμεί μεταξύ των υπηκόων της, ενώ ο Λίβανος κράτησε στάση αναμονής. Κατά το Ριάντ, η στάση έδειχνε αχαριστία για τα σαουδαραβικά δισεκατομμύρια που εισέρρεαν όλα αυτά τα χρόνια για την στήριξη του συνασπισμού των λιβανέζικων κοινοτικών κομμάτων, που συνεργάζονται με το Ισραήλ.
Κυρίως το Ριάντ αποφάσισε να καταποντίσει την οικονομία του Λιβάνου απαγορεύοντας στους υπηκόους του να ταξιδεύουν στο Λίβανο και επεκτείνοντας την απαγόρευση αυτή σε Μπαχρέϊν και Εμιράτα. Χωρίς τους τουρίστες από τις χώρες του Κόλπου, οι επιχειρήσεις και οι τράπεζες στον Λίβανο άρχισαν αμέσως να παρουσιάζουν σημάδια ύφεσης.
Η τρίτη κρίση είναι αυτή που αφορά την Χεζμπολλάχ. Αυτό το δίκτυο αντίστασης κατά της ισραηλινής κατοχής μετατρέπεται σταδιακά σε πολιτικό κόμμα και συμμετέχει στην κυβέρνηση. Υποστηριζόμενη κυρίως από την Συρία κατά την περίοδο 1982-2005, αρχίζει να στρέφεται σταδιακά προς το Ιράν μετά την αποχώρηση του αραβικού συριακού στρατού από τον Λίβανο. Κατά την περίοδο 2006-2013, δέχθηκε σημαντικό εξοπλισμό από τους Ιρανούς Φρουρούς της Επανάστασης. Ωστόσο, μετά την εκλογή του Σεΐχη Χασάν Ρουχανί στο Ιράν, η Χεζμπολλάχ προετοιμάζεται για διακοπή των σχέσεων και αναπτύσσει δικές της πηγές χρηματοδότησης ανάμεσα στην διασπορά Λιβανέζων και Σιιτών γενικότερα, στο εξωτερικό, κυρίως στην Αφρική και την Λατινική Αμερική. Μετά την υπογραφή της συμφωνίας 5+1 ΗΠΑ-Ιράν στις 14 Ιουλίου 2015, η Χεζμπολλάχ συνεχίζει να πολεμά κατά των τζιχαντιστών, στο πλευρό του αραβικού στρατού της Συρίας, ενώ σταδιακά αποστασιοποιείται από την Τεχεράνη.
Στις 16 Δεκεμβρίου 2015, το Κογκρέσσο των ΗΠΑ ενέκρινε ομόφωνα ένα νόμο που απαγορεύει στις τράπεζες να συνεργάζονται με την Χεζμπολλάχ ή τους φορείς που σχετίζονται με την λιβανέζικη αντίσταση, προκειμένου να περιοριστεί η περαιτέρω εξάπλωση του τηλεοπτικού δικτύου της Χεζμπολλάχ al-Manar. Αμέσως το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών έσπευσε να επιβάλει κυρώσεις κατά του Youssef Ali Sharara, Διευθύνοντος Συμβούλου του Spectrum Investment Group, που κατηγορείται για συμμετοχή στην χρηματοδότηση της λιβανέζικης αντίστασης. Τον αμερικανικό νόμο ακολούθησαν τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου και του Αραβικού Συνδέσμου, που αποκαλούν την Χεζμπολλάχ «τρομοκρατικό κίνημα».
Το τηλεοπτικό δίκτυο Al-Manar («Φάρος») είναι το μόνο μέσο επικοινωνίας που θα διαθέτει η αντίσταση του Λιβάνου, σε περίπτωση ισραηλινής επίθεσης. Κατά τη διάρκεια του πολέμου του 2006, η Χεζμπολλάχ κατάφερε να εξασφαλίσει την λειτουργία του, παρά τις μαζικές βομβιστικές επιθέσεις του ισραηλινού στρατού. Σε περίπτωση που το δίκτυο «πέσει», τότε προς τα έξω θα μεταδίδεται μόνο η Δυτική εκδοχή των γεγονότων.
Το σκηνικό έχει πλέον ολοκληρωθεί: η οικονομία του Λιβάνου είναι συντρίμμια και η αντίσταση ενάντια στην ισραηλινή κατοχή εξομοιώνεται με την τρομοκρατία. Ο τηλεοπτικός σταθμός Al-Manar δεν θα μπορεί πλέον να έχει πρόσβαση στους δορυφόρους Nilesat και Arabsat, περιορίζοντας έτσι σημαντικά το κοινό του.
Δύο επιλογές μένουν πλέον για την Ουάσιγκτων και το Τελ Αβίβ: είτε ένας συμβατικός πόλεμος, όπως το 2006, ή, νέτα-σκέτα, ένας εμφύλιος πόλεμος, ανάλογος με αυτόν που βίωσε ο Λίβανος από το 1975 έως το 1990. Ο τελευταίος συνταγματικός πρόεδρος του Λιβάνου, Εμίλ Λαχούντ, ζητά την άμεση μεταρρύθμιση του εκλογικού νόμου, έτσι ώστε η επόμενη Βουλή να μην είναι αντιπροσωπευτική των θρησκευτικών κοινοτήτων, αλλά όλου του πληθυσμού. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να αποφευχθεί ο εμφύλιος πόλεμος.

[Πηγήτου Thierry Meyssan, Reseau Voltaire, 14/03/2016, http://www.voltairenet.org/article190702.html]

Δημοσιεύθηκε στο Hellenic Nexusτ.107, Μάϊος 2016

0 σχόλια