Η Άνοδος της Ασημαντότητας, του Κορνήλιου Καστοριάδη

Καστοριάδης
Στην πολιτική οργάνωση, ή στο πολιτικό προσωπικό η αποσύνθεση είναι πιο εμφανής. Ο Καστοριάδης εξηγεί: «Για όλα τα κόμματα ισχύει λίγο πολύ ο απόλυτος κανόνας του σύγχρονου γραφειοκρατικού κόμματος: η ικανότητα αναρρίχησης μέσα στον Μηχανισμό δεν έχει κατ΄αρχήν καμία σχέση με την ικανότητα διεύθυνσης των υποθέσεων με τις οποίες ο μηχανισμός είναι επιφορτισμένος. Η επιλογή των καταλληλοτέρων είναι η επιλογή των καταλληλοτέρων προς επιλογήν.

Αυτοί οι τυχαίοι και αναπόφευκτοι ηγέτες τοποθετούνται επικεφαλής του τεράστιου γραφειοκρατικού μηχανισμού που λέγεται σύγχρονο κράτος και που είναι οργανικός φορέας και παραγωγός μιας καλπάζουσας ανορθολογικότητας. Στους κύκλους των στελεχών του το παλιό γραφειοκρατικό ήθος (του ανώτερου κρατικού λειτουργού ή του ταπεινού ευσυνείδητου υπαλλήλου) σπανίζει ολοένα περισσότερο. Τέτοιου είδους άνθρωποι λοιπόν πρέπει να αντιμετωπίσουν μια κοινωνία που γίνεται όλο και πιο αδιάφορη για την “πολιτική”, δηλαδή για την τύχη της ως κοινωνία…”
Κάθε κοινωνία δημιουργεί τον δικό της κόσμο, δημιουργώντας παράλληλα τις δικές της ιδιαίτερες σημασίες. Σημασίες που έχουν να κάνουν με τις παραστάσεις γύρω μας, με το τι είναι καλό να γίνει ή τι όχι, με τον σκοπό δηλαδή και με τα συναισθήματα. Επίσης από τις σπουδαιότερες σημασίες που η κοινωνία θεσπίζει είναι εκείνη που αφορά την ίδια. Μια κοινωνία μπορεί να φαντάζεται τον εαυτό της ως περιούσιος λαός, ως Ελληνες σε αντίθεση με τους Βαρβάρους ή τέλος σαν τους υπήκοους του Βασιλιά της Αγγλίας.
Εμείς οι ίδιοι φτιάχνουμε τους νόμους και τους θεσμούς μας, θέλουμε την ατομική και τη συλλογική μας αυτονομία, και αυτή την αυτονομία μόνο εμείς μπορούμε και οφείλουμε να την περιορίζουμε.

Η μεγάλη τέχνη είναι το παράθυρο της κοινωνίας που ατενίζει το χάος, και, ταυτόχρονα η μορφή που έχει δοθεί σ” αυτό το χάος (ενώ η θρησκεία είναι το παράθυρο προς το χάος και το προσωπείο που συγκαλύπτει το χάος αυτό). Η τέχνη είναι μορφή η οποία δεν καλύπτει τίποτα. Διαμέσου της μορφής, η τέχνη δείχνει, απεριόριστα, το χάος – και, έτσι, θέτει υπό αμφισβήτηση τις εγκαθιδρυμένες σημασίες, μέχρι και τη σημασία της ανθρώπινης ζωής και του πλέον αδιαμφισβήτητου περιεχομένου της.

Γιατί θέλουμε την ελευθερία; Τη θέλουμε κατ” αρχάς βεβαίως για αυτή την ίδια· αλλά τη θέλουμε και για να μπορούμε να κάνουμε κάτι. Αν δεν μπορούμε, αν δεν θέλουμε να κάνουμε κάτι, αυτή η ελευθερία μετατρέπεται σε καθαρό σχήμα του κενού. Τρομοκρατημένος μπροστά σ” αυτό το κενό, ο σύγχρονος άνθρωπος καταφεύγει στο κοπιώδες παραγέμισμα του «ελεύθερου χρόνου» του, σε μια όλο και περισσότερο επαναλαμβανόμενη, όλο και περισσότερο επιταχυνόμενη ρουτίνα.

Ζωντανό παρελθόν μπορεί να υπάρξει μόνο για ένα δημιουργικό παρόν, ανοιχτό προς το μέλλον. Ας θεωρήσουμε την αθηναϊκή τραγωδία. Από τα σαράντα περίπου έργα που έφτασαν ως εμάς, μονάχα ένα, οι Πέρσες του Αισχύλου, εμπνέεται από γεγονός της επικαιρότητας. Όλα τα άλλα δανείζονται το θέμα τους από τη μυθολογική παράδοση· η κάθε τραγωδία όμως αναπλάθει την παράδοση, ανακαινίζει τη σημασία της.

Η σημερινή κοινωνία έχει μια φοβερή ικανότητα να πνίγει κάθε γνήσια απόκλιση, είτε αποσιωπώντας την είτε καθιστώντας την ένα φαινόμενο ανάμεσα στ” άλλα, που πλασάρεται στην αγορά όπως και τ” άλλα.

Η δημοκρατία υπήρξε ελληνικό δημιούργημα -δημιούργημα βέβαια περιορισμένο, αφού υπήρξε η δουλεία, η θέση των γυναικών κ.τ.λ. Αλλά η σπουδαιότητα αυτού του δημιουργήματος βρίσκεται στην ιδέα ότι μια συλλογική οντότητα μπορεί να αυτοθεσμίζεται ρητά και να αυτοκυβερνιέται, μια ιδέα αδιανόητη εκείνη την εποχή για τον υπόλοιπο κόσμο.

Τα μυρμήγκια ή τα άγρια ζώα διαθέτουν μια λειτουργική «ορθολογικότητα» κατά πολύ ανώτερη από του ανθρώπου: δεν σκοντάφτουν, ούτε τρώνε δηλητηριώδη μανιτάρια. Οι άνθρωποι πρέπει να μάθουν τι είναι τροφή και τι όχι. Άρα δεν μπορούμε να χαρακτηρίσουμε τον άνθρωπο με βάση την «ορθολογικότητα», τη «λογική» -αφού αυτές χαρακτηρίζουν όλα εν γένει τα έμβια όντα, ως τελεστική λογική.

Από τις σημασίες όμως που θεσμίζει κάθε κοινωνία, η σπουδαιότερη είναι χωρίς αμφιβολία εκείνη που αφορά αυτή την ίδια. Όλες οι γνωστές κοινωνίες φαντάστηκαν τον εαυτό τους σαν κάτι: είμαστε ο περιούσιος λαός· είμαστε οι Έλληνες, σε αντίθεση με τους βαρβάρους· είμαστε τα παιδιά των Ιδρυτών Πατέρων· ή οι υπήκοοι του βασιλιά της Αγγλίας. Με αυτή την παράσταση  είναι αξεδιάλυτα δεμένος ένας τρόπος με τον οποίο η κοινωνία θέλει και αγαπά τον εαυτό της ως κοινωνία, και μάλιστα ως συγκεκριμένη κοινωνία.

Η γλώσσα δεν είναι -όπως λέγεται ανοήτως- ένα εργαλείο επικοινωνίας. Είναι κατ” αρχήν και πριν απ” όλα εργαλείο κοινωνικοποίησης. Μέσα στη γλώσσα και μέσω αυτής εκφράζονται, λέγονται, πραγματώνονται, μεταβιβάζονται οι σημασίες της κοινωνίας.

Η πολιτική σημασία της τραγωδίας είναι σαφέστατη: η διαρκής έκκληση για αυτοπεριορισμό. Γιατί η τραγωδία είναι επίσης και κυρίως η επίδειξη των αποτελεσμάτων της ύβρεως και, περισσότερο κι απ” αυτό, η απόδειξη πως μπορούν να συνυπάρχουν αντίθετοι λόγοι (αυτό είναι ένα από τα «διδάγματα» της Αντιγόνης) και πως, με το να περιχαρακώνεται κανείς μέσα στο δίκιο του (μόνος φρονείν), δεν επιτρέπει τη λύση των σοβαρών προβλημάτων που μπορεί να βρει μπροστά της η συλλογική ζωή (πράγμα που δεν έχει καμιά σχέση με την νωθρή συναίνεση των καιρών μας). Πάνω απ” όλα όμως η τραγωδία είναι δημοκρατική ως προς το ότι υπενθυμίζει συνεχώς τη θνητότητα, με άλλα λόγια το ριζικό περιορισμό του ανθρώπινου όντος.

Πάντα θα πρέπει να φτιάχνουμε τη ζωή μας μέσα στις τραγικές συνθήκες που τη χαρακτηρίζουν, δεδομένου ότι δεν γνωρίζουμε πάντοτε ποιό είναι το καλό και ποιό το κακό, ούτε στο ατομικό ούτε στο συλλογικό επίπεδο. Αλλά δεν είμαστε καταδικασμένοι στο κακό, ούτε στο καλό, γιατί μπορούμε τις περισσότερες φορές να επιστρέψουμε στον εαυτό μας, ατομικά και συλλογικά, να στοχαζόμαστε πάνω στις πράξεις μας, να τις επανεξετάζουμε, να τις διορθώνουμε, να τις επανορθώνουμε.

Γεννηθήκατε στην Ιταλία το 1954, στη Γαλλία το 1930, στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1945, στην Ελλάδα το 1922: δεν το αποφασίσατε εσείς, κι όμως αυτό το απλό γεγονός θα κρίνει το ουσιαστικότερο κομμάτι της ζωής σας: τη γλώσσα σας, τη θρησκεία σας, το 99% (στην καλύτερη περίπτωση) της σκέψης σας, τους λόγους για τους οποίους θέλετε να ζείτε και δέχεστε (ή δεν δέχεστε) να πεθάνετε. Αυτό είναι κάτι πολύ περισσότερο, και μάλιστα κάτι τελείως διαφορετικό, από την απλή «παρουσία μέσα σ” έναν κόσμο» που δεν τον έχω διαλέξει. Ο κόσμος αυτός δεν είναι ένας κόσμος ή απλώς κόσμος. Είναι ένας κόσμος κοινωνικό-ιστορικός, διαμορφωμένος από τη θέσμισή του, που περιέχει, με τρόπο που δεν μπορεί να περιγραφεί, απειράριθμα θραύσματα της προγενέστερης ιστορίας.
Κορνήλιος Καστοριάδης
Η άνοδος της ασημαντότητας
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΥΨΙΛΟΝ

0 σχόλια