Πανεπιστημιακό άσυλο: καθαρές κουβέντες

Συντάκτης: 
Σπύρος Γεωργάτος*
Παρά τις υπερβολές της εποχής, στο Πανεπιστήμιο της Μεταπολίτευσης δεν παρατηρήθηκαν φαινόμενα βίας ή οποιασδήποτε μορφής παραβατικότητας.
Ακόμα και οι καθηγητές που είχαν συνεργαστεί με το δικτατορικό καθεστώς αντιμετωπίστηκαν από τους φοιτητές με δημοκρατικό τρόπο: κλήθηκαν να δώσουν εξηγήσεις στα αμφιθέατρα, ήρθαν, τα είπαν και αποχώρησαν χωρίς να τους αγγίξει κανείς.
Τη δημοκρατική τάξη στο Πανεπιστήμιο του 1974 δεν την επέβαλε κάποια «φοιτητική αστυνομία».
Την εγγυήθηκε η κουλτούρα του τότε φοιτητικού κινήματος, δηλαδή σε μεγάλο βαθμό το δημοκρατικό φρόνημα των αριστερών παρατάξεων.
Ηταν ένα δείγμα γραφής του πραγματικά «ρωμαλέου φοιτητικού κινήματος», που δεν εξαντλούσε τη ρώμη του στην αντίσταση και την αντοχή του απέναντι στα βασανιστήρια και τις διώξεις, αλλά απεδείκνυε έμπρακτα ότι δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τους βιαστές των δικαιωμάτων και των ελευθεριών.
Αυτήν την απλή αλήθεια εξέφρασε ο υπουργός Παιδείας και μερικά δευτερόλεπτα αργότερα άρχισε ένας καταιγισμός κριτικής από φίλους και εχθρούς.
Το ερώτημα είναι γιατί παρεξηγήθηκε τόσο πολύ αυτή η δήλωση.
Δύο εξηγήσεις έρχονται στο μυαλό και θα τις περιγράψω χωρίς φόβο και πάθος.
Η πρώτη είναι ότι δεν υπάρχει πια αυτό το «ρωμαλέο φοιτητικό κίνημα», αλλά ένα πολυδιασπασμένο και εν πολλοίς συντεχνιακό μωσαϊκό που υιοθετεί πρακτικές φοιτητοπατερισμού/πατρωνίας ή επιδίδεται σε έναν πολιτικά άσφαιρο «τσαμπουκά» με κάθε ευκαιρία.
Η μεγάλη πλειονότητα των φοιτητών δεν συμμετέχει σε τίποτα.
Φυσικά, η μετάλλαξη του φοιτητικού κινήματος δεν έγινε εν μιά νυκτί.
Οι δυνάμεις του παλιού δικομματισμού φρόντισαν επί μια εικοσαετία να μετατρέψουν τα στελέχη τους σε εργολάβους εξουσιών και διαμεσολαβητές πελατειακών σχέσεων.
Ανέβαζαν και κατέβαζαν πρυτάνεις, κυκλοφορούσαν ως παραγοντίσκοι και παρενέβαιναν επιδεικτικά κάθε φορά που προέκυπτε θέμα εξυπηρετήσεων.
Από την άλλη πλευρά, η πολιτική και κοινωνική κρίση –που προηγήθηκε της οικονομικής- καλλιέργησε τις «τυφλές» αντιδράσεις, δηλαδή στάσεις δήθεν ανυπακοής που δεν είχαν όμως συγκεκριμένο στόχο και περιεχόμενο.
Αυτό το γεγονός πρέπει, όχι απλώς να το αναγνωρίσουμε, αλλά και να το κατανοήσουμε σε βάθος: Στις δεκαετίες του 1990 και του 2000, καθώς η κοινωνία βυθιζόταν στον υπερκαταναλωτισμό και οι αντιπροσωπευτικοί θεσμοί εκφυλίζονταν με εκθετικό ρυθμό, τα φαινόμενα σήψης δεν θα μπορούσαν ποτέ να σταματήσουν στις θύρες του Πανεπιστημίου.
Ετσι προέκυψε το χάλι του ΑΠΘ και οι χασισοφυτείες στο Ρέθυμνο.
Η δεύτερη εξήγηση είναι επώδυνη για τις δυνάμεις της θεσμικής Αριστεράς –αλλά πρέπει να ειπωθεί.
Ενώ συνέβαιναν όλα αυτά, το ΚΚΕ και ο Συνασπισμός κοίταζαν αμήχανα, μη μπορώντας να αντιμετωπίσουν ούτε τα ίδια τα εκφυλιστικά φαινόμενα, ούτε την υποκριτική ρητορική των «εκσυγχρονιστών» του ΠΑΣΟΚ που ήθελαν ένα Πανεπιστήμιο πολιτισμικά «αποστειρωμένο» για να εφαρμόσουν ανενόχλητοι τα σχέδιά τους.
Γιατί δεν πάτησε πόδι η Αριστερά; Διότι είχαν μείνει στις δάφνες της Μεταπολίτευσης και δεν διακινδύνευαν να χάσουν την –όποια- σχέση τους με τη φοιτητική νεολαία.
Στο σημείο τομής αυτών των συγκυριών, από τη μία πλευρά ένα εκφυλισμένο μη κίνημα και από την άλλη πλευρά ένας εσμός ιδιοτελών συμφερόντων που επιτίθεται με μένος στο δημόσιο Πανεπιστήμιο, εντοπίζεται πλέον ένα πρόβλημα που δεν είναι εύκολο να επιλυθεί με ευχές, εκκλήσεις ή παραινέσεις.
Χρειάζεται θεσμική αντιμετώπιση και άπειρη σαφήνεια -σε ό,τι αφορά τα βασικά επίδικα του πανεπιστημιακού ασύλου.
Τα επίδικα αυτά είναι δύο:
Πρώτον, η (απαραίτητη) επαναβεβαίωση ότι το Πανεπιστήμιο είναι ο χώρος που ανθίζουν ελεύθερα όλα τα λουλούδια, από κυρίαρχες αντιλήψεις έως αιρετικές –που πολλές φορές εμφανίζονται ως παραβατικές.
Οτι το Πανεπιστήμιο είναι ο χώρος που αποδέχεται –και καλλιεργεί- την αντίρρηση, τη διαφωνία και δεν προσπαθεί αμέσως ή εμμέσως να καταστείλει τις εκδηλώσεις διαμαρτυρίας.
Δεύτερον, η σαφής οριοθέτηση του δικαιώματος της διαφωνίας και της διαμαρτυρίας από πρακτικές «αγανακτισμένων πολιτών» της δεκαετίας του 1960 ή παραβιάσεις του κοινού ποινικού δικαίου.
Υπάρχει σε ό,τι αφορά το τελευταίο κάποιο περιθώριο «διασταλτικής αντιμετώπισης και ερμηνείας»;
Θα ήταν εξόχως υποκριτικό να πούμε ότι δεν υπάρχει. Οταν οι αγρότες κλείνουν την Εθνική, προφανώς προβαίνουν σε μια αξιόποινη πράξη.
Η Πολιτεία ανέχεται όμως αυτές τις συμπεριφορές επειδή αναγνωρίζει ότι οι διαμαρτυρόμενοι αγωνίζονται για την επιβίωσή τους και -καλώς- δεν παρεμβαίνει.
Το ίδιο λοιπόν πρέπει να ισχύει και στο Πανεπιστήμιο -με την υποβοήθηση μάλιστα και τη συνευθύνη των πρυτανικών αρχών.
Για να το πούμε αλλιώς: Στο Πανεπιστήμιο δεν έχουν καμία θέση τα ναρκωτικά, οι ξυλοδαρμοί, η φυσική βία, οι κλοπές της κάλπης, οι απειλές, η φθορά δημόσιας περιουσίας. Τελεία και παύλα.
Αλλά να μην ποινικοποιήσουμε τώρα και την αφέλεια πέντε-δέκα δεκαοχτάρηδων που σηκώνουν ένα πανό, φωνάζουν τρις και πάνε για τσίπουρο. Μακάρι να ήταν διαφορετικά ...
*Καθηγητής Βιολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
efsyn.gr

0 σχόλια