Το Brexit και ο Αγγλοσαξονικός παραλογισμός…

Του Ιωάννη Λογοθέτη*

Ένα χρόνο μετά το θλιβερό αποτέλεσμα του εθνο-διχαστικού δημοψηφίσματος για την έξοδο του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι πρόωρες εκλογές που διακήρυξε η Πρωθυπουργός Theresa May, θεωρήθηκαν μια πράξη αλαζονείας και ανευθυνότητας, αναλόγως ανεύθυνης και με τη στρατηγική υιοθέτησης μιας λαϊκο-πολεμικής ρητορικής απέναντι στις Βρυξέλλες για τις επικείμενες διαπραγματεύσεις του Brexit. Η λαϊκίστικη ρητορική και οι πολιτικές που ασπάστηκε όταν ανέλαβε την πρωθυπουργία μετά την ταπεινωτική ήττα του Cameron ανέδειξαν τη θλιβερή γραφικότητα και ανικανότητα μια παρηκμασμένης συντηρητικής ηγεσίας προσηλωμένης στα κομματικά αντι-ευρωπαϊκά βαρίδια του παρελθόντος. Ταυτόχρονα, στην αντιπολίτευση, παρακολουθήσαμε τη διαρκή αμφισβήτηση από το εσωτερικό του κόμματος των Εργατικών προς το πρόσωπο του αρχηγού τους, ριζοσπάστη αριστερού, Jeremy Corbyn. Ο τελευταίος κατηγορήθηκε όχι μόνο για τις περιορισμένες ικανότητές του να ηγηθεί αποτελεσματικά του κόμματός του, αλλά και για το γεγονός ότι δεν τάχθηκε ανοιχτά κατά του Brexit. Αξίζει να επισημανθεί ότι ο ηγέτης των Εργατικών, ένας πολιτικός προερχόμενος από μια συνδικαλιστική συνιστώσα, ήταν κατά βάθος υπέρ της εξόδου του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ για τους δικούς του 'αντικαπιταλιστικούς' λόγους ενώ δεν υιοθέτησε ποτέ τα θεσμικά και τεχνοκρατικά επιχειρήματα των φιλο-ευρωπαϊκών προοδευτικών δυνάμεων.
Τουτέστιν, προεκλογικά θεωρήθηκε αδύνατο να εκπροσωπηθούν από κάποιο κόμμα πιθανής αυτοδυναμίας οι ψηφοφόροι που τάσσονται υπέρ των δημοκρατικών προοδευτικών και εκσυγχρονιστικών πολιτικών δυνάμεων. Με απογοητευτικά προεκλογικά προγράμματα που θύμιζαν αναχρονιστικά συντηρητικά και σοσιαλιστικά μανιφέστα της δεκαετίας του ’70, αλλά και με πολιτικούς αρχηγούς και στελέχη περιορισμένων ικανοτήτων, αγνοήθηκε παντελώς ο δημόσιος διάλογος  για την διαπραγμάτευση του Brexit.
Είναι πραγματικά παράδοξο το γεγονός πως ένα χρόνο μετά το περιβόητο δημοψήφισμα, το Brexit στο εσωτερικό του Ηνωμένου Βασιλείου αντιμετωπίζεται με υπεραπλουστεύσεις, ανορθολογικές προσεγγίσεις και ευχολόγια. Παράλληλα, στο εξωτερικό, οι παρατηρητές δυσκολεύονται να αποδεχτούν πώς μια χώρα τόσο έμπειρη στην εκτελεστική και νομοθετική εξουσία αλλά και στην Ευρωπαϊκή διπλωματία φλερτάρει με κάτι τόσο καταστροφικό για τα συμφέροντά της, ένα 'σκληρό διαζύγιο' με την Ευρώπη. Η γενεσιουργός αιτία του θεαματικού σαμποτάζ προς τον εαυτό της, πέρα από το υπεραπλουστευμένο επιχείρημα της μετανάστευσης, μπορεί να εντοπιστεί κυρίως στην ρομαντική και ματαιόδοξη νοσταλγία μιας πρώην αυτοκρατορίας. Θεωρητικά, αυτή η αυταπάτη θα έπρεπε να έχει καταρρεύσει μετά την κρίση του Σουέζ το 1956, αλλά φάνηκε ότι επανήλθε στο σημερινό διάλογο. Οι Αγγλοσάξονες, ιστορικά ευρωσκεπτικιστές, ποτέ δεν εμπιστεύτηκαν τους ευρωπαίους και πάντα αντιμετώπιζαν με καχυποψία την ΕΕ και κυρίως την Γαλλο-Γερμανική συμμαχία.  Αξίζει να σημειωθεί ότι το 1993 προκλήθηκε στο κυβερνών κόμμα των συντηρητικών εσωτερική κρίση που λίγο έλειψε να οδηγήσει στην πτώση της κυβέρνησης με αφορμή το ψήφισμα της συνθήκης του Μάαστριχτ.  
Οι ευσεβείς πόθοι των σκληροπυρηνικών Βρετανών ευρωσκεπτικιστών για μία 'a la carte' προσέγγιση στην οποία το Η.Β. μπορεί να απολαμβάνει ένα ειδικό καθεστώς που θα του δίνει πρόσβαση στην Κοινή Ευρωπαϊκή Αγορά χωρίς να τηρεί τις υποχρεώσεις του Ευρωπαϊκού κατεστημένου και τις τέσσερις κοινές θεμελιώδεις ελευθερίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι οπορτουνιστικοί και ανεύθυνοι. Ο απαξιωτικός χαρακτηρισμός προς την ΕΕ και των θεσμικών της οργάνων ως το lobbying των κατεστημένων συμφερόντων, είναι απαράδεκτο και υποκριτικό να προέρχεται από ένα Έθνος με μια  στυγνή ιμπεριαλιστική προϊστορία, ενώ είναι πράγματι απογοητευτικό ότι συνάδει με τις επιδιώξεις και απόψεις διεθνών ‘γραφικών’ προσωπικοτήτων που επιθυμούν την παρακμή της Δύσης.
Αποτελεί μύθο δε ότι η χώρα ήταν ανίσχυρη διπλωματικά εντός της ΕΕ καθώς, βάσει των διπλωματικών εξελίξεων που έλαβαν χώρα τις τελευταίες δεκαετίες, η επιτυχία της στο να προωθεί τα συμφέροντά της ήταν ευρέως αξιοζήλευτη. Η δε Ατλαντική συμμαχία, που καθίσταται ως ο σημαντικότερος πυλώνας της εξωτερικής πολιτικής του Ηνωμένου Βασιλείου, ενισχύθηκε από την συμμετοχή της Βρετανίας στην ΕΕ, ενώ βελτίωσε δραματικά και την περιβόητη 'ειδική σχέση’ Αμερικής - ΗΒ. Η πρόσβαση στην κοινή Ευρωπαϊκή αγορά έδωσε το προνόμιο στο ΗΒ να απολαμβάνει πιο ανοικτές και ευέλικτες αγορές εργασίας και κεφαλαίου, υπηρεσιών και αγαθών. Ακολούθως, το City του Λονδίνου  κατέστη νούμερο ένα χρηματοοικονομικό και επιχειρηματικό κέντρο στον κόσμο, κέντρο ψηφιακής καινοτομίας και τεχνολογικών κολοσσών και πόλο έλξης ειδικευόμενου και καταρτισμένου ανθρώπινου δυναμικού, ενώ παράλληλα διευκολύνθηκαν οι εξαγωγές βιομηχανικών και αγροτικών προϊόντων.
Σε τελική ανάλυσή, το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν αυτό που δεν κατάφερε να επιδείξει αποφασιστικότητα για να επιλύσει τα ευρωπαϊκά γεωπολιτικά ζητήματα των τελευταίων χρόνων. Η Βρετανική αδυναμία χάραξης σωστής στρατηγικής λόγω προσήλωσής της σε εσωτερικά μικροπολιτικά βαρίδια ανέδειξε μια Γερμανία να αναλαμβάνει την ευθύνη για κρίσιμα ζητήματα όπως στο μεταναστευτικό (αποδοχή ενός εκατομμυρίου μεταναστών), επιβολή οικονομικών κυρώσεων στη Ρωσία λόγω Κριμαίας (παρόλο το τεράστιο κόστος που επωμίστηκε ως ο μεγαλύτερος εισαγωγέας Ρωσικού αερίου), και την εγγύηση του μεγαλύτερου μέρους των κονδυλίων του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού διάσωσης για την κρίση χρέους στην Ευρώπη. Αντιθέτως, η Βρετανία, η οποία έγινε έρμαιο των αντιφάσεων και αντι-ευρωπαϊκών αλληλο-συσχετισμών του εσωτερικού της, δεσμεύτηκε για όριο αποδοχής μερικών χιλιάδων μεταναστών - ας μην ξεχνάμε τις Βρετανικές ιμπεριαλιστικές πολιτικές στην Μέση Ανατολή  - ενώ παρουσίασε ενστάσεις για τις κυρώσεις προς τη Ρωσία (καθώς οι Υπηρεσίες  'δημιουργικής λογιστικής' και ακινήτων προς Ρώσους ολιγάρχες αποτέλεσαν προτεραιότητα).
Συμπερασματικά, είναι απολύτως λογικό να επικρατεί σύγχυση στο εσωτερικό και εξωτερικό ως προς το τι ακριβώς επιζητεί η πολιτική τάξη του Ηνωμένου Βασιλείου και ποιόν ρόλο θέλει να διαδραματίσει στο Ευρωπαϊκό και Παγκόσμιο γίγνεσθαι. H εγκατάλειψη της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι μια πράξη απομονωτισμού, στρατηγικού βανδαλισμού και διπλωματικής αυτοχειρίας. Η έλλειψη αυτοδυναμίας του κόμματος των συντηρητικών που προέκυψε στις εκλογές της 8ης Ιουνίου δημιουργεί την ελπίδα ότι η πρωθυπουργός δεν θα καταφέρει να υλοποιήσει το αναχρονιστικό μανιφέστο μιας περασμένης δεκαετίας και κυρίως το σκληρό διαζύγιο με την Ευρώπη που έχει δεσμευτεί να φέρει εις πέρας. Η Theresa May έχει χάσει την αξιοπιστία της τόσο στο εσωτερικό του κόμματος όσο και στις Βρυξέλες και αυτό αποτελεί μια ευκαιρία για τους πιο μετριοπαθείς και προοδευτικούς συντηρητικούς υπουργούς και βουλευτές να επιδιώξουν πολιτική διακομματική συναίνεση με το κόμμα των Εργατικών και των υπολοίπων φίλο-ευρωπαϊκών προοδευτικών δυνάμεων. Έτσι θα κατορθώσουν να διαπραγματευτούν μια όσο το δυνατόν στενότερη σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η μάχη κατά του Brexit και του Βρετανικού απομονωτισμού μόλις ξεκινάει…
*Ο Ιωάννης Λογοθέτης εργάζεται στο City του Λονδίνου ως χρηματοοικονομικός αναλυτής σε πολυεθνικό όμιλο.
liberal

0 σχόλια