Καταλανοί στη Βοιωτία (1311-1380)

Η καταλανική κυριαρχία στη Βοιωτία εντάσσεται στο πλαίσιο της καταλανικής παρουσίας στην Ανατολική Στερεά Ελλάδακατά το 14ο αιώνα, και αυτή, πάλι, στο ευρύτερο πλαίσιο της Φραγκοκρατίας στο νοτιοελλαδικό χώρο κατά την περίοδο 1204-1460. Πρόκειται για τη γεωπολιτική κατάσταση που δημιουργήθηκε σταδιακά ύστερα από την πρώτη άλωση της Κωνσταντινούπολης, το 1204, από τους Λατίνους της Δ΄ Σταυροφορίας.
Πράγματι, μετά το 1204 ο ελλαδικός χώρος, από τη Θεσσαλονίκη μέχρι την Πελοπόννησο, τα νησιά του Αιγαίου, την Κρήτη και την Εύβοια, πέρασε στην κυριαρχία των Φράγκων και των Βενετών, ενώ η Βοιωτία αποτέλεσε μέρος του βουργουνδικού δουκάτου Αθηνών και Θηβών (1209-1311).
Σημείο καμπής στην ιστορία του βοιωτικού χώρου υπήρξε το έτος 1311. Τη χρονιά αυτή, στις 15 Μαρτίου, στον Αλμυρό της Θεσσαλίας συγκρούστηκαν οι ενωμένες δυνάμεις του δουκάτου των Αθηνών και άλλων Φράγκων της Νότιας Ελλάδας με μια πανίσχυρη μισθοφορική εταιρεία (Companya) Καταλανών και Αραγονέζων στρατιωτών (Almogavars). Το αποτέλεσμα ήταν καταστροφικό για το δουκάτο της Αττικοβοιωτίας: οι Καταλανοί συνέτριψαν τους αντιπάλους τους και εισόρμησαν νοτιότερα. Οι πληθυσμοί της Βοιωτίας πανικόβλητοι, άλλοι κατέφυγαν με τα ελάχιστα κινητά υπάρχοντά τους στη βενετική Εύβοια, όπως πολλοί κάτοικοι της Θήβας, και άλλοι τους υποδέχθηκαν και υποτάχθηκαν ειρηνικά, όπως έγινε στη Λιβαδειά. Οι περήφανοι νικητές της μάχης του Αλμυρού επιδόθηκαν σε λεηλασίες και εγκαταστάθηκαν σε όλη την έκταση της Αττικοβοιωτίας, αλλάζοντας το στρατιωτικό, πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό σκηνικό στην περιοχή.
Για λόγους πολιτικής και διπλωματικής εξασφάλισης οι Καταλανοί ζήτησαν και τέθηκαν κάτω από την ψιλή επικυριαρχία του καταλανικού βασιλείου της Σικελίας, από όπου υποδέχονταν μέχρι το 1378 τους γενικούς επιτρόπους που εγκαθίσταντο στην πρωτεύουσα του δουκάτου, τη Θήβα. Στο εξής αυτοπροσδιορίζονταν ωςUniversitasexercitumFrancoruminRomaniefinibus(=στρατιά των Φράγκων της Ρωμανίας). Αλλά η Καταλανική Βοιωτία και ολόκληρο το δουκάτο δεν μπορούσε να επιβιώσει οικονομικά παρά μόνο με διαρκή στρατιωτική δράση και ληστρικές επιδρομές εκτός των συνόρων του. Έτσι, συνέχισαν την ένοπλη δράση τους και κατέλαβαν ως το 1319 ολόκληρη σχεδόν τη Φθιωτιδοφωκίδα και τη νότια Θεσσαλία. Από την άλλη, η πειρατική τους δράση απλώθηκε σ’ όλο το Αιγαίο και τα πελοποννησιακά παράλια. Επειδή, δε, κατά τη ληστρική τους αυτή δραστηριότητα (που αφορούσε κυρίως εξανδραποδισμούς πληθυσμών), δεν έκαναν διάκριση μεταξύ Φράγκων, Βενετών ή Ελλήνων, προκάλεσαν την εχθρότητα της Βενετίας και του Πάπα, ο οποίος τους αφόρισε επανειλημμένα. Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε για τρεις ακόμα δεκαετίες, εωσότου (1348) οι βόρειες κτήσεις του δουκάτου πέρασαν, πλην Σαλώνων και Νεόπατρας, στην εξουσία του Σέρβου κράλη Στέφανου Ντουσάν. Στο μεταξύ, βέβαια, οι Καταλανοί της Βοιωτίας χρειάστηκε να αντιμετωπίσουν μια μεγάλης κλίμακας αντεπίθεση μέσα στην επικράτειά τους από τον κληρονόμο του βουργουνδικού τίτλου του αθηναϊκού δουκάτου, τον Βαλτέρ Β΄ ντε Μπριέν [Walter VI de Brienne], το 1331-1332. Η εκστρατεία αυτή, παρά την ευλογία του Πάπα, δεν πέτυχε βέβαια το στόχο της, αλλά προκάλεσε την ερήμωση της βοιωτικής υπαίθρου και πιθανώς ενός μέρους της Θήβας, οπότε και καταστράφηκε το κάστρο των Σεντ Ομέρ.
Γενικά, οι Καταλανοί στη Βοιωτία αλλά και σε ολόκληρο το δουκάτο ήταν αναγκασμένοι να βρίσκονται σε διαρκή στρατιωτική ετοιμότητα. Ήταν ολιγάριθμοι, απομονωμένοι από τον υποτελή πληθυσμό και μονίμως ύποπτοι στους ομόδοξους γείτονές τους της Πελοποννήσου και της Εύβοιας, ενώ πολύ συχνά ταλανίζονταν από σκληρές αντιπαραθέσεις μεταξύ τους. Τελικά, οι ποικίλες εσωτερικές και εξωτερικές δυσκολίες που αντιμετώπιζαν τους ανάγκασαν να αναζητήσουν έναν ισχυρότερο προστάτη κατά τα τελευταία χρόνια της παρουσίας τους στην περιοχή. Ζήτησαν και τέθηκαν (1378) σε υποτέλεια και υπό την προστασία του βασιλιά της Αραγωνίας Πέτρου Δ΄. Όμως ήταν πολύ μακριά ο προστάτης τους, όταν στον ορίζοντα εμφανίστηκε ολοκάθαρα η απειλητική σκιά των Οθωμανών από το βορρά και των Ατζαγιόλι και Ναβαρραίων από το νότο.
Πράγματι, τέλη Φεβρουαρίου του 1379 η περιβόητη μισθοφορική εταιρεία των Ναβαρραίων, με χρηματοδότηση του Νέριο Ατζαγιόλι, πέρασε τον Ισθμό και τη Μεγαρίδα και εμφανίστηκε αιφνιδίως μπροστά από τα αδύναμα τείχη της Θήβας. Μετά από μια βίαιη αλλά σύντομη επίθεση η πόλη έπεσε στα χέρια τους (6 Μαρτίου 1379), ενώ οι Καταλανοί υπερασπιστές της – αλλά και όσοι προσέτρεξαν σε βοήθεια από την Αθήνα – κατασφάχτηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν. «Μηνί μαρτίω ς΄, ινδικτιώνος α΄, έτει ςωπς΄ (1379), εσέβησαν οι Αναβαρέζοι εν Θήβαις επταπύλαις, λέγεται και κουπάνια μπλάνκα, ώρα θ΄ της νυκτός, ημέρα Παρασκευή», σημειώνει ένα Βραχύ Χρονικό. Το κάστρο της Λιβαδειάς είχε παρόμοια τύχη ένα χρόνο αργότερα (1380).
Έχει ήδη αναφερθεί παραπάνω ότι η Θήβα αποτέλεσε την πρωτεύουσα όχι μόνο της Βοιωτίας αλλά και ολόκληρου του δουκάτου: civitasnostraThebanaquaeinipsisducatibusquasicaputestetmagistra = η πόλη μας, η Θήβα, που είναι η πρωτεύουσά μας στο δουκάτο. Η ονομασία της πόλης στο φραγκικό ή καταλανικό λεξιλόγιο είναι Stives ή Estives και απηχεί την ελληνική λαϊκή ονομασία που κατά παραφθορά προέκυψε από τη φράση “Ες Θήβας”. Στην πόλη αυτή εγκαταστάθηκε ο ανώτερος πολιτικός και στρατιωτικός διοικητής του δουκάτου, οveguer/vigerius (=βικάριος), ενώ σε μικρότερες άλλες αστικές κοινότητες υπήρχε εκπρόσωπός του παράλληλα με ένα φρούραρχο (=castellià/castellanus) ή ένα καπιτάνο =(capità/capitaneus), των οποίων βέβαια η εξουσία δεν είχε καθόλου ευδιάκριτα όρια. Κι αυτό γιατί, ανάλογα με την προσωπικότητα του γενικού επιτρόπου, ίσχυαν ή δεν ίσχυαν και οι συνήθειες της Βαρκελώνης, το διοικητικό δίκαιο της Εταιρείας. Το δίκαιο αυτό προέβλεπε ένα είδος κοινοτικής αυτοδιοίκησης, αλλά είναι άγνωστο αν στο δημοτικό συμβούλιο της Θήβας συμμετείχαν ποτέ Έλληνες εκπρόσωποι. Για τη Λιβαδειά είναι γνωστό ότι ορισμένες οικογένειες, που είχαν από νωρίς δηλώσει υποταγή, συμπεριλαμβάνονταν στους δημοτικούς συμβούλους. Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά την μικρή πόλη της Λιβαδειάς και το κάστρο της, θα πρέπει να πούμε εδώ ότι για τους Καταλανούς αποτέλεσε ένα είδος ιερής πόλης. Εκεί, στο ναό του Αγ. Γεωργίου φυλασσόταν η κάρα του ομώνυμου αγίου (σήμερα στη Βενετία) και στην καγκελαρία του το πρωτότυπο της περίφημης σφραγίδας της Εταιρείας με έμβλημα τον δρακοκτόνο άγιο Γεώργιο.
Η φεουδαλική πάντως κατανομή της περιοχής, όπως την γνωρίζουμε από την βουργουνδική περίοδο (1209-1311), διατηρήθηκε. Τουλάχιστον οκτώ αγροτικά φέουδα, με ονόματα που ανήκουν στη σημερινή χαρτογραφική εικόνα της Βοιωτίας, αναφέρονται στις πηγές: Δαύλεια/Daulia, Στείρις/Estir, Κάπρενα/Cabrena (Χαιρώνεια), Πέτρα/Patriau, Νεοχώρι/Neopleus, Ζαγαράς/Zarovira, Συκάμινο/Sykamino, Καρδίτσα/Kardanitza (Ακραίφνιο). Τα φέουδα αυτά εκμεταλλεύονται οι νέοι κατακτητές με εκμισθώσεις, ενώ οι ίδιοι κατοικούν κατά κανόνα είτε σε οχυρούς πύργους της υπαίθρου είτε στα κάστρα των πόλεων, Θήβας και Λιβαδειάς. Γνωρίζουμε τα ονόματα τουλάχιστον πενήντα οικογενειών Καταλανών που κατείχαν διάφορα αξιώματα και διέμειναν στη Θήβα κατά τη διάρκεια της παρουσίας τους στην περιοχή: Baldomers, Ballesters, Cavallers, Ibañezes, Ollers, Villafrancas, Fusters, Llurias, de Pous, Vitas, Rodejas, Joanes κ.ά., ή από τη Λιβαδειά: Almenaras, Terrades, Estanyols, Bonacolsi, Fadriques, κ.ά. Άλλοι φεουδάρχες νέμονταν τα περιφερειακά φέουδα: Antonio de Flamenc, Puigardines (Καρδίτσα), Bellestars (Κάπρενα), W. Fadrique (Στείρι) και άλλοι άλλα.
Πού είναι όμως ο ντόπιος πληθυσμός, οι γηγενείς; Στη διάρκεια των εβδομήντα χρόνων της καταλανικής κυριαρχίας ελάχιστα ελληνικά ονόματα εμφανίζονται στα έγγραφα της εποχής. Πρόκειται για άτομα μάλλον της πρώην αρχοντικής τάξης που έσπευσαν να υποβάλουν τα σέβη τους στη νέα εξουσία και να ενταχθούν στους απελεύθερους της νέας τάξης: οι νοτάριοι Μαυρονικόλας και ο γιος του Κωνσταντίνος, αλλά και κάποιοςGascoDurazzo, τον οποίο τα έγγραφα αποκαλούν Έλληνα, από τη Λιβαδειά και οι τρεις. Κάποιος Στέφανος Μαστροθεόδωρος και ένας Μιχάλης από τη Θήβα, ή κάποιες γυναίκες, όπως η Άννα και η Αμεντούλα, που παντρεύτηκαν Καταλανούς. Συχνά επίσης αναφέρεται το όνομα κάποιου Dimitri, σαφώς προσδιοριζόμενου ως Αλβανού, που με την υπό τη διοίκησή του στρατιωτική ομάδα του υπερασπίσηκε αποτελεσματικά το Στείρι κατά τη φάση επίθεσης των Ναβαρέζων στο δουκάτο (1379). Εξάλλου, κάποιες επιτάφιες πλάκες αποκάλυψαν τα ονόματα λίγων Εβραίων της Θήβας, όπως ενός Σαμουήλ (+1330), και ενός Λέοντα Καϊμη (+1338). Τόση μόνο είναι η ορατή παρουσία του υποταγμένου πληθυσμού σε εξατομικευμένο επίπεδο.
Ασφαλώς σε συλλογικό επίπεδο και σύμφωνα με τις εθνοτικές αναφορές των εγγράφων, οι υποτελείς πληθυσμοί είναι αυτοί που συγκροτούν την κοινωνία της Βοιωτίας: κυρίως Έλληνες, λίγοι Αρμένιοι στη Θήβα και εξίσου λίγοι Εβραίοι. Σ’ αυτούς ας προσθέσουμε τους Αλβανούς, οι οποίοι κατά το τέλος της περιόδου που εξετάζουμε εδώ (από το 1360 και εξής) έχουν σημαντική παρουσία στη βοιωτική ύπαιθρο είτε ως νομάδες κτηνοτρόφοι είτε ως μισθοφόροι ιππείς.
Όσον αφορά τις οικονομικές δραστηριότητες των ντόπιων αλλά και των κυρίαρχων λίγα μπορεί να βρει κανείς στις πηγές και πολλά να φαντασθεί. Οι κυρίαρχοι Καταλανοί διεξάγουν οι ίδιοι ή επιτρέπουν να διεξαχθεί κάποιο εμπόριο και να συνεχιστούν κάποιες μικροβιοτεχνικές δραστηριότητες στην περιοχή: κυρίως διακίνηση σκλάβων (αφοί οι ίδιοι ασκούν ληστρική δραστηριότητα στη στεριά και τις θάλασσες) από τη Θήβα προς την Καταλωνία, συλλογή κεριού από τους Αρμένιους της Θήβας, αλλά και επεξεργασία και εμπόριο μεταξιού από τους Έλληνες και τους Εβραίους. Ακόμη, τα αγροτικά προϊόντα θα πρέπει να αποτελούν σημαντικό μέρος του εισοδήματος των κατακτητών. Να προσθέσουμε εδώ ότι η υποτελής θέση του ντόπιου πληθυσμού συνεπαγόταν σκληρή φορολόγηση και πλήθος αγγαρειών αλλά και υποχρεωτική στράτευση στα βοηθητικά σώματα. Γνωρίζουμε επίσης ότι οι υποταγμένοι πληθυσμοί δεν είχαν καμιά νομική υπόσταση, δεν μπορούσαν να κατέχουν, να πωλούν, να αγοράζουν ή να κληροδοτούν οποιοδήποτε ακίνητο αγαθό.
Άλλες, πέρα από τις οικονομικές, σχέσεις μεταξύ κυρίαρχων και υποτελούς πληθυσμού ήταν ανύπαρκτες. Το απόλυτο εμπόδιο της γλώσσας, του θρησκευτικού δόγματος, της διαφορετικής νομικής θέσης αλλά και της ταπείνωσης ή εξουθένωσης των εντοπίων δεν επέτρεπαν καμιά επαφή. Οι κυρίαρχοι χρησιμοποιούσαν είτε τη δημώδη λατινική είτε την καταλανική διάλεκτο στα έγγραφα που συνέτασσαν οι νοτάριοί τους, ενώ οι συνεργαζόμενοι Έλληνες μετέφεραν τις εντολές τους στον υποταγμένο πληθυσμό.
Όπως και κατά την προηγηθείσα βουργουνδική κυριαρχία, έτσι και τώρα η καθολική εκκλησία απαγόρευσε την παρουσία ορθόδοξων επισκόπων στην περιοχή. Διατηρήθηκαν οι τρεις μεγάλες λατινικές αρχιεπισκοπές του δουκάτου (Αθηνών, Νεόπατρας, Θήβας), εκ των οποίων εκείνη της Θήβας παρέμεινε χωρίς εξαρτημένες επισκοπές. Οι βοιωτικές επισκοπές της Δαύλειας και της Κορώνειας παρέμειναν στη δικαιοδοσία του επισκόπου Αθηνών (όπως και επί Βυζαντινών), ενώ της Ζαράτοβας (Ζαγαράς ή Παλαιοπαναγιά) και τουΚαστορίου (Κακοσίου;) τώρα εξαφανίζονται από τις πηγές. Στις μεγάλες βυζαντινές μονές της περιοχής αγνοούμε τι συνέβη. Συχνά όμως στα έγγραφα της εποχής συναντούμε ναούς στα αστικά κέντρα, της Θεοτόκου στη Θήβα, του Αγίου Γεωργίου στη Λιβαδειά ή του Αγίου Γεωργίου στην Καρδίτσα (Ακραίφνιο) με την ελληνική επιγραφή του ιππότη Antonio de Flamenco, σε ανάμνηση και ευχαριστία για την διάσωσή του από την πανωλεθρία του 1311. Οι ναοί αυτοί ανήκουν στην καθολική εκκλησία και το ιερατείο της, το οποίο βρίσκεται σε συχνή επαφή με τον Πάπα (είτε της Ρώμης είτε της Αβινιόν) για να αντιμετωπιστούν τα ποικίλα προβλήματα που έχουν με τους Καταλανούς. Οι τελευταίοι είχαν αυστηρώς απαγορεύσει στα μέλη τους να κληροδοτούν οποιοδήποτε αγαθό σε εκκλησιαστικό ίδρυμα και είχαν μείνει μάλλον ανεπηρέαστοι από τους κατά καιρούς αφορισμούς που τους κοινοποιούσε ο Πάπας.
Όσον αφορά στην ορθόδοξη εκκλησία, ο πληθυσμός φαίνεται ότι εξυπηρετείται από τους αγροτικούς ιερείς, οι οποίοι έχουν δηλώσει τυπική υποταγή στους εκπροσώπους του Πάπα. Περιπτώσεις όπως τα κατάλοιπα του ναού της Ζωοδόχου Πηγής σε σπήλαιο της ανατολικής Κωπαϊδας (με επιγραφή του 1333: «ΔΕΗΣΙΣ ΤΟΥ ΔΟΥΛΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ ΙΕΡΕΩΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΥΜΒΙΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΕΚΝΩΝ ΕΝ ΕΤΕΙ 6841»), ενδεχομένως απηχούν τη δυσχερή και πιο περιθωριακή θέση στην οποία περιέρχεται η ορθόδοξη εκκλησία στα χρόνια της Καταλανοκρατίας.
Η ελληνική γλώσσα ασφαλώς ομιλείται παντού στη δημώδη μορφή της, όπως προλαβαίνουμε να δούμε μέσα από κάποιες ελάχιστες καταγραφές σε κώδικες ή ακιδογραφήματα, αλλά η λόγια γλώσσα και η καλλιέργειά της στην περιοχή φαίνεται ότι έχει προ πολλού εκλείψει.
Η γενική εικόνα που αποκομίζει κανείς από την περίοδο της καταλανικής κυριαρχίας στη Βοιωτία είναι αυτή μιας περιόδου ταραγμένης, γεμάτης συγκρούσεις, που άφησε πίσω της μια μνήμη απίστευτης σκληρότητας. Οι μισθοφόροι της «ευτυχισμένης κομπανίας» επιδόθηκαν σχεδόν κατ' αποκλειστικότητα σε πολεμικές επιχειρήσεις και ληστρικές επιδρομές εντός και εκτός δουκάτου, πειρατεία στη θάλασσα, δουλεμπόριο σε μεγάλη έκταση, καταστροφή οικισμών και φρουρίων, σκληρή εκμετάλλευση του υποτελούς πληθυσμού. Έγιναν μισητοί στους ομόδοξούς τους Βενετούς και Φράγκους, πιο μισητοί ασφαλώς στους υποτελείς τους, αφορίστηκαν από τον Πάπα, συγκρούονταν βίαια μεταξύ τους. Ελάχιστα μνημεία συνδέονται με την παρουσία τους στη Βοιωτία, αν και επί των ημερών τους οπωσδήποτε η Λιβαδειά αναδείχτηκε σε σημαντικότερη πόλη του δουκάτου και το κάστρο της έλαβε τη μορφή με την οποία σώζεται μέχρι σήμερα. Γλωσσικά ίχνη της παρουσίας τους δεν διασώζονται, άλλη μια έμμεση απόδειξη της ριζικής τους αποξένωσης από τον ντόπιο υποτελή πληθυσμό. Η μνήμη της σκληρότητάς τους εν μέρει διασώζεται ακόμα ως λαογραφικό κατάλοιπο.

πηγή ΕΜΕ

0 σχόλια