"Η επαναφορά" της Ανταπεργίας

Η πρόταση για «επαναφορά» της ανταπεργίας ή σύμφωνα με την αγγλική ορολογία «λοκ-αουτ» προκάλεσε ένταση και αφορμή για  συζήτηση γύρω από τα αυξανόμενα δικαιώματα της εργοδοτικής πλευράς. Τίθεται άλλωστε ξανά το ερώτημα αν με την υιοθέτηση ενός τέτοιου μέτρου οι συνθήκες εργασίας, με την ευρεία έννοια του όρου, βελτιώνονται ή αποτελεί μέτρο οπισθοχώρησης και άρα χειροτέρευσης των συνθηκών εργασίας. Πρόκειται για «επαναφορά» του μέτρου της ανταπεργίας γιατί μετά από τριάντα δύο χρόνια απαγόρευσης συζητείται ( συζήτηση η οποία δεν έλαβε τη μορφή της επίσημης κυβερνητικής πρότασης ) να αποτελέσει και πάλι δικαίωμα των εργοδοτών. Αξίζει να σημειωθεί ότι το μέτρο αυτό συζητήθηκε στο  πλαίσιο αναθεώρησης ολόκληρου του συνδικαλιστικού νόμου.
 Από την απαγόρευση της ανταπεργίας
Η ανταπεργία ορίζεται στο νόμο 1264/82 ( αρ.22 παρ2) ως η άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία των μισθωτών, σύμφωνα δε με την ίδια διάταξη η άρνηση αυτή απαγορεύεται. Η ανταπεργία απαγορεύεται όποια μορφή και αν λαμβάνει είτε είναι «επιθετική» δηλαδή ο εργοδότης προσφεύγει πρώτος σε αυτήν είτε είναι «αμυντική» δηλαδή ο εργοδότης την χρησιμοποιεί ως μέσο καταστολής της απεργίας των μισθωτών.  Όμοια απαγορεύεται η ανταπεργία ακόμα και αν πρόκειται για παράνομη απεργία. Η απαγόρευση της ανταπεργίας στηρίζεται στην συνταγματική κατοχύρωση του δικαιώματος στην απεργία τόσο ως μέσο έκφρασης της συνδικαλιστικής ελευθερίας όσο και ως αυτοτελές δικαίωμα στο οποίο μπορούν να προσφεύγουν όλοι οι μισθωτοί. Έχει υποστηριχθεί επίσης ότι η ανταπεργία είναι αντίθετη με το άρθρο 22 παρ.1 του Συντάγματος το οποίο ορίζει ότι η εργασία αποτελεί δικαίωμα και τελεί υπό την προστασία του Κράτους.
Περιορισμοί του δικαιώματος της απεργίας γίνονται δεκτοί υπό την προϋπόθεση ότι είναι κατάλληλοι, αναγκαίοι και ανάλογοι προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Περιορισμοί του δικαιώματος της απεργίας γίνονται δεκτοί και από  την Δ.Ο.Ε. όταν πρόκειται για υπηρεσίες που καλύπτουν τις ουσιώδεις ανάγκες του κοινωνικού συνόλου. Το παρόν νομοθετικό πλαίσιο απαγορεύει την ανταπεργία διότι θεωρείται ότι προέχει η προστασία του δικαιώματος της απεργίας ως έκφραση της συνδικαλιστικής ελευθερίας.
 Στην νομιμότητα της ανταπεργίας
Πριν τον νόμο 1264/82 δεν ήταν απαγορευμένη η πρακτική της ανταπεργίας, συγκεκριμένα το αρ 32 παρ.3 του νόμου 330/1976 αναγνώριζε το δικαίωμα ανταπεργίας εφόσον όριζε ότι οι διατάξεις περί απεργίας έχουν ανάλογη εφαρμογή και επί των εργοδοτών. Σε άλλες έννομες τάξεις επιτρέπεται η ανταπεργία, αυτά τα Κράτη ακολουθούν τους κανόνες του ελεύθερου εργασιακού αγώνα. Η ανταπεργία αναφέρεται  και στην παρ.4 του Ευρωπαϊκού κοινωνικού χάρτη ως δικαίωμα των εργοδοτών σε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων. Έχει υποστηριχθεί ότι το Σύνταγμα δεν αποκλείει την ανταπεργία ούτε όμως την κατοχυρώνει ρητά ως δικαίωμα. Σύμφωνα με αυτήν την άποψη ως Συνταγματική βάση της ανταπεργίας θεωρούνται τα ακόλουθα άρθρα:  το άρθρο 4 παρ.1 για την ισότητα ενώπιον του νόμου, το άρθρο 25 παρ.1 το οποίο διασφαλίζει την ακώλυτη άσκηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου αλλά και το άρθρο 5 παρ.1 σε ότι αφορά το δικαίωμα ανάπτυξης της προσωπικότητας.
Έχει υποστηριχθεί άλλωστε ότι η απαγόρευση της ανταπεργίας αντιβαίνει στην Δ.Σ.Ε 87/1946 η οποία κατοχυρώνει την συνδικαλιστική ελευθερία και το δικαίωμα συλλογικών εργατικών αγώνων τόσο για τους εργαζόμενους όσο και για τους εργοδότες. Όλες οι Δ.Σ.Ε. σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος έχουν ισχύ ανώτερη από τον νόμο.  Τέλος η επαναφορά της ανταπεργίας αποτελεί τρόπο διασφάλισης της αρχής της συνέχειας της λειτουργίας του κράτους και των δημόσιων υπηρεσιών, αρχή η οποία συχνά παραγκωνίζεται στην πράξη με αποτέλεσμα την διατάραξη της κοινωνικής ειρήνης.
Η διεξαγωγή νόμιμης ανταπεργίας συνεπάγεται την αναστολή των αμοιβαίων υποχρεώσεων των μερών: παροχή εργασίας από την μία και καταβολή μισθού από την άλλη. Η ανταπεργία, όταν επιτρέπεται, πρέπει να ασκείται όπως και η απεργία: με τρόπο συλλογικό, δηλαδή κατά όλων των εργαζομένων και με αγωνιστικό τρόπο, δηλαδή να έχει σκοπό την πίεση στους εργαζομένους να δεχθούν την ρύθμιση των όρων εργασίας κατά τον τρόπο που θέλει ο εργοδότης.
 Η υπό προϋποθέσεις επαναφορά του μέτρου της ανταπεργίας στην έννομη τάξη πιθανόν να αποβεί χρήσιμη σε ορισμένες περιπτώσεις όπου η χρήση του δικαιώματος της απεργίας κινείται στα όρια της νομιμότητας. Επειδή δεν είναι ακόμα γνωστό αν τελικά θα επαναφερθεί η ανταπεργία στην έννομη τάξη και σε περίπτωση καταφατικής απάντησης υπό ποιες προϋποθέσεις δεν ωφελεί να κινδυνολογούμε. Ωστόσο ο χειρισμός αυτός αποτελεί ένα δύσκολο εγχείρημα διότι η νομιμοποίηση της ανταπεργίας είναι σε τελική ανάλυση μηχανισμός αποδυνάμωσης της απεργίας ή ακόμα περισσότερο σηματοδοτεί την εξαφάνιση της δυνατότητας να επιτευχθούν οι στόχοι του συνολικού συμφέροντος.   

Άννα Μαυροπούλου 
Δικηγόρος, D.E.A.

0 σχόλια