Τρία ερωτήματα για μια «αρχαία» διαμάχη

του
Γιάννη Σταυρακάκη*

Σήμερα, στη δημόσια συζήτηση ο «λαϊκισμός» ανιχνεύεται και καταγγέλλεται παντού. Ολοι με σιγουριά μεταχειριζόμαστε τον όρο, πεπεισμένοι ότι γνωρίζουμε πού ακριβώς αντιστοιχεί. Θεωρούμε μάλιστα, συνήθως, ότι περιγράφει κάτι εξαιρετικά αποτρόπαιο, αν όχι κτηνώδες. Ακόμη, κάτι κατεξοχήν ελληνικό (στον βαθμό που η Ελλάδα περιγράφεται ως ένα «αποτυχημένο κράτος», ως «μη κανονική» χώρα), αλλά και κάτι σύγχρονο (απότοκο της κρισιακής, μνημονιακής συγκυρίας). Στην καλύτερη περίπτωση, αναγνωρίζουμε στον λαϊκισμό τη διάθεση εκπροσώπησης κάποιων λαϊκών αιτημάτων, αλλά με τρόπο δημαγωγικό («χαϊδεύοντας αυτιά»), που δεν τροφοδοτεί παρά την ακραία πόλωση.
Πολλές φορές, όταν βιώνουμε ένα φαινόμενο από πολύ κοντά, η άμεση εμπλοκή δεν αφήνει χρόνο και διάθεση για πιο ψύχραιμες αποτιμήσεις, για συγκρίσεις με άλλες κοινωνικοπολιτισμικές περιοχές αλλά και για συσχετίσεις με προγενέστερες εποχές. Ωστόσο, μια τέτοιου είδους εναργής διερώτηση θα μας βοηθούσε να αποφύγουμε διαδεδομένα στερεότυπα που εμποδίζουν την επαρκή κατανόηση του φαινομένου. Στο σημείο αυτό, μπορούμε να θέσουμε ως σημείο εκκίνησης τρία ερωτήματα:
1. Είναι ο λαϊκισμός κάτι εξαιρετικό και μη κανονικό; Μια διαλυτική δύναμη που εισάγει την πόλωση, διαταράσσοντας τη γαλήνη μιας κοινωνίας; Μα οι κοινωνικές διαφοροποιήσεις, οι πολιτικές αντιθέσεις, ακόμα οι πολώσεις χαρακτηρίζουν συστατικά κάθε ανθρώπινη κοινωνία. Κάθε κοινωνία ανισότητας και ιεραρχήσεων, στην οποία οι έχοντες και κατέχοντες διεκδικούν την οικονομική εξουσία και την πολιτική κυριαρχία στη βάση αξιώσεων αίματος, γενιάς, πλούτου και γνώσης. Κάθε κοινωνία στην οποία, με τη σειρά τους, οι αξιώσεις αυτές αμφισβητούνται έμπρακτα από τα αποκλεισμένα στρώματα στη βάση αιτημάτων εκδημοκρατισμού, κοινωνικής ενσωμάτωσης και αναγνώρισης. Στις ευτυχέστερες σελίδες της ανθρώπινης ιστορίας, οι αγώνες αυτοί καταλήγουν σε έναν προοδευτικό συμβιβασμό, όπως οι δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα και του Κλεισθένη ή το New Deal του Ρούσβελτ και η μετέπειτα εδραίωση του κράτους πρόνοιας. Αλλες φορές, τα εδραιωμένα συμφέροντα βραχυκυκλώνουν κάθε λύση και οι διεκδικήσεις καταγγέλλονται ως ανορθολογικές και μη κανονικές. Οι δε διεκδικητές, ως ανεύθυνοι και επικίνδυνοι «δημαγωγοί» ή «λαϊκιστές».
2. Είναι τέτοιου είδους διαμάχες μεταξύ λαϊκισμού και αντιλαϊκισμού κάτι ιδιαιτέρως ελληνικό; Μια συγκριτική οπτική υποδεικνύει το αντίθετο. Από τους Ρώσους Ναρόντνικους στα διακριτά λαϊκιστικά κύματα της Λατινικής Αμερικής κι από το αμερικανικό Κόμμα του Λαού του 1890 στην εκλογή Τραμπ, φαίνεται πως το κεντρικό διακύβευμα παραμένει λίγο πολύ ταυτόσημο. Μόνον όσοι υποβαθμίζουν την πραγματικότητα της εκθετικής ανισότητας και τους ποικίλους (δυνητικά ανεξέλεγκτους) ανταγωνισμούς που μπορεί να προκαλέσει είναι δυνατόν να παραγνωρίσουν την οικουμενική σημασία της δυναμικής αυτής. Και τέτοιοι, συχνά μάλιστα καλοπροαίρετοι, δεν υπάρχουν, φυσικά, μόνο στην Ελλάδα. Οπως έγραψε ο Πολ Κρούγκμαν στους «New York Times» μετά τη νίκη Τραμπ στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές: «Ανθρωποι σαν εμένα, και πιθανώς όπως οι περισσότεροι αναγνώστες των “New York Times”, ειλικρινά δεν καταλαβαίνουν τη χώρα στην οποία ζούμε». Για να καταλήξει: «Είναι η Αμερική ένα αποτυχημένο κράτος, μια αποτυχημένη κοινωνία; Ειλικρινά μοιάζει πιθανό».
3. Είναι ο λαϊκισμός, εντέλει, κάτι αποκλειστικά σύγχρονο; Μα δεν έχουμε ακούσει ότι η αρχαία Αθήνα ήταν μια «διχασμένη πόλη» -όπως την ονομάζει η Νικόλ Λορώ-, με την περιπέτεια της δημοκρατίας να επιχειρεί την εξισορρόπηση των συμφερόντων των «πολλών» με εκείνα των ολίγων, των «αρίστων»; Δεν γνωρίζουμε από την κοινωνική ανθρωπολογία ότι ακόμα και στις ινδιάνικες φυλές (για παράδειγμα, στους Winnebago που αναφέρει ο Λεβί-Στρος στη «Δομική ανθρωπολογία» του) η κοινότητα εμφανίζεται διχασμένη στους «από πάνω» και στους «από κάτω»; Να μιλήσουμε για την αντίθεση ανάμεσα σε πατρικίους και πληβείους στην αρχαία Ρώμη; Για τις ταξικές κοινωνίες της νεωτερικότητας; Για την αντιπαράθεση του 99% απέναντι στο 1% των υπερπλουσίων, την οποία ανέδειξε το Occupy Wall Street;
Μήπως τελικά εκείνο που ξορκίζεται ως δείκτης μιας σύγχρονης ελληνικής παθολογίας δεν είναι παρά σύμπτωμα μιας πανάρχαιας, οικουμενικής διαμάχης;

* Καθηγητής Ανάλυσης Πολιτικού Λόγου και Πρόεδρος του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Νέα Σελίδα

0 σχόλια