Το τέλος του αμερικανικού ονείρου και η γέννηση μίας νέας υπερδύναμης

Του Δρ. Κωνσταντίνου Γρίβα 

Το σωτήριο έτος 2003 οι Ηνωμένες Πολιτείες εξαπολύουν σαρωτική επίθεση εναντίον του Ιράκ. Με την κεραυνοβόλο εκστρατεία μίας μικρής σχετικά δύναμης επιτυγχάνουν την κατάληψη της χώρας και την ανατροπή του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεΐν. Ο τελευταίο κρύβεται για ένα διάστημα μετά την πτώση της Βαγδάτης και τελικά πέφτει στα χέρια των αμερικανών, παραδίδεται στη νέα κυβέρνηση, δικάζεται, καταδικάζεται σε θάνατο και εκτελείται.

Οι ΗΠΑ δείχνουν να έχουν επιτύχει έναν μοναδικό θρίαμβο, τόσο στρατιωτικό όσο και γεωπολιτικό, και βρίσκονται στον κολοφώνα της δόξας τους μετά και τη «νίκη» επί της Σοβιετικής Ένωσης. Οι θιασώτες της αμερικανικής ισχύος ανά τον κόσμο πανηγυρίζουν και υποστηρίζουν ότι η αμερικανική μονοκρατορία βρίσκεται προ των πυλών.

Δώδεκα χρόνια μετά, η κατάσταση έχει αλλάξει δραματικά. Οι αμερικανικές δυνάμεις έχουν αποχωρήσει από το Ιράκ έχοντας καταβάλει βαρύτατο φόρο αίματος, η χώρα έχει διαλυθεί και η κυβέρνηση της Βαγδάτης, αυτή ακριβώς που δημιούργησαν οι αμερικανοί, έχει συνάψει στενή συμμαχία με το Ιράν, τη Ρωσία και το καθεστώς Άσαντ στη Συρία, έτσι ώστε να αντιμετωπιστούν οι ολοένα και πιο ανεξέλεγκτοι τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους.


Με άλλα λόγια, οι αμερικανοί ξόδεψαν περί τα 3 τρισ. Δολάρια και είχαν χιλιάδες νεκρούς και τραυματίες, για να κάνουν το Ιράν και το Ιράκ συμμάχους, να δημιουργήσουν ένα μεγάλο Ιράν και να βοηθήσουν τη Ρωσία να διασπάσει τον περιοριστικό δακτύλιο στην περιφέρεια της Ευρασίας. Επιπροσθέτως, πέτυχαν να δημιουργήσουν μία επικίνδυνα ασταθή κατάσταση στη σημαντικότερο σύμμαχό της στην περιοχή, την Τουρκία, δημιουργώντας το πρόπλασμα του ανεξάρτητου κουρδικού κράτους στο Βόρειο Ιράκ.
Παρεπιμπτόντως, κατάφεραν να αποξενωθούν και από τους Κούρδους, παρά τον ειλικρινή αρχικό φιλοαμερικανισμό των τελευταίων.

Μιλάμε, λοιπόν, για μία αποτυχία της αμερικανικής γεωστρατηγικής σε τέτοια έκταση και βάθος που προκαλεί δέος. Είναι περίπου αδύνατον να καταφέρεις τέτοιο «επίτευγμα» ακόμη και να το ήθελες. Κι εδώ ακριβώς κάποιοι συνωμοσιολόγοι, άτυποι θαυμαστές και λάτρεις της αμερικανικής παντοδυναμίας, θα επιμείνουν ότι, δεν μπορεί, θα υπάρχει κάποιο βαθύτερο αίτιο για όλα αυτά και έτσι το είχαν σχεδιάσει οι αμερικανοί εξαρχής. Αν εμείς, οι κοινοί θνητοί, δεν βγάζουμε κανένα νόημα με αυτό, είναι λόγω των περιορισμένων πνευματικών μας ικανοτήτων. Όμως «αυτοί ξέρουν». Πάει και τελείωσε.

Αν καταφέρουμε, κάποια στιγμή, να απαλλαγούμε από παρόμοιες παρανοϊκές αντιλήψεις, θα μπορέσουμε ίσως να αρχίσουμε να εξετάζουμε ακόμη και την πιθανότητα να υπάρχει μία διαχρονική οργανική αδυναμία των Ηνωμένων Πολιτειών να σχεδιάσουν και να υλοποιήσουν κάποιου είδους μακρόπνοη στρατηγική που να έχει λογική και συνοχή, ή, έστω, στοιχειώδη επαφή με την πραγματικότητα. Κατά την άποψη του γράφοντος, η αδυναμία αυτή πράγματι υπάρχει και οφείλεται σε μία σειρά από πολιτισμικές ιδιαιτερότητες του αμερικανικού έθνους, όπως κα σε δομικές δυσλειτουργίες του συστήματος εξουσίας της χώρας, η περαιτέρω ανάλυση των οποίων ξεφεύγει από τα περιορισμένα όρια αυτού του κειμένου.

Εν προκειμένω, ακόμη κι αν εξετάσουμε τις αμερικανικές στοχοθετήσεις από το 2010 και μετά, με το ξέσπασμα της περιβόητης «αραβικής άνοιξης», βλέπουμε ότι οι αμερικανικές επιλογές ήταν απλώς αυτοκαταστροφικές. Μεταξύ των άλλων, ο εμφύλιος πόλεμος στη Συρία και η προσπάθεια των ΗΠΑ να καταστρέψουν το καθεστώς Άσαντ θεωρήθηκε μέρος μίας στρατηγικής που αποσκοπούσε στο να διασπάσει τον σιιτικό άξονα Χεζμπολάχ – Συρίας – Ιράν και να οδηγήσει το τελευταίο στην απομόνωση. Σήμερα αυτός ο άξονας όχι μόνο έχει επιβιώσει, αλλά φαίνεται πως ενισχύεται με τη συμμετοχή του Ιράκ.

Το σημαντικότερο, ωστόσο, είναι ότι η Ρωσία δείχνε να «τσιμεντώνει» τις σχέσεις της τόσο με το Ιράν όσο και με την κυβέρνηση της Βαγδάτης, που μέχρι πρότινος θεωρείτο προέκταση του αμερικανικού συστήματος εξουσίας. Αυτή τη στοχοθέτηση στο επίπεδο της υψηλής στρατηγικής ενδέχεται να εξυπηρετούν και οι πρόσφατες εντυπωσιακές επιθέσεις με πυραύλους Cruise από ρωσικά πολεμικά πλοία που βρίσκονταν στην Κασπία εναντίον στόχων του Ισλαμικού Κράτους στη Συρία.

Κινήσεις υψηλής στρατηγικής

Ο γράφων έχει επιχειρηματολογήσει στο παρελθόν για την ελάχιστη έως ανύπαρκτη στρατιωτική αξία που έχουν επιθέσεις με πυραύλους Cruise εναντίον αντιπάλων με μεγάλη επιχειρησιακή ρευστότητα, όπως είναι το Ισλαμικό Κράτος. Αυτό ίσχυε για τους αμερικανικούς Tomahawk και, φυσικά, ισχύει και για τους ρωσικούς Kalibr. Όμως, αν και η κίνηση αυτή της Μόσχας στο τακτικό επίπεδο είναι μάλλον περιορισμένης αξίας, σε εκείνο της υψηλής στρατηγικής τα πράγματα αλλάζουν.

Καταρχάς, με τον τρόπο αυτό η Ρωσία παρουσιάζει στο διεθνές κοινό μία εικόνα υπερδύναμης αντίστοιχη με αυτή που προσφέρουν οι ΗΠΑ κάθε φορά που τα πολεμικά τους εξαπολύουν πυραύλους Tomahawk εναντίον διαφόρων «κακών» ανά τον κόσμο, έστω κι αν τα αποτελέσματα που επιτυγχάνουν είναι αμφισβητήσιμα. Άλλωστε, στον σημερινό πολιτισμό η εικόνα είναι συνήθως σημαντικότερη από την ουσία.
Κατά δεύτερον, η Μόσχα δείχνει ότι μπορεί να χρησιμοποιήσει την Κασπία Θάλασσα σαν μία τεράστια πυραυλική πλατφόρμα, μεγάλης μάλιστα επιχειρησιακής ευελιξίας, μέσα στο κέντρο της Ευρασίας. Αυτή είναι μία γεωστρατηγική πραγματικότητα, που συνδέεται με μία σειρά από ευρύτερες αλλαγές στην πολιτική αλλά και τη φυσική γεωγραφία του πλανήτη, η εξέταση της οποίας ξεφεύγει από τα περιορισμένα όρια αυτού του κειμένου. Εδώ θα περιοριστούμε να πούμε ότι οι Ρώσοι φαίνεται πως δίνουν έμφαση στην κυριαρχία σε μία σειρά από κλειστές θάλασσες, στις οποίες, εκτός από την Κασπία, περιλαμβάνονται η Βαλτική, η Μαύρη Θάλασσα και ο Αρκτικός Ωκεανός. Με τη γεωστρατηγική αξιοποίηση αυτών των θαλασσών, η Ρωσία από αμιγώς χερσαία δύναμη ενδέχεται να μετατραπεί σε υβριδική, με χερσαία και θαλάσσια στοιχεία, δημιουργώντας νέα δεδομένα στη διεθνή γεωγραφία ισχύος. Η Κασπία, φυσικά, είναι λίμνη και όχι θάλασσα. Όμως, τα τεράστια γεωγραφικά μεγέθη της την κάνουν να αντιμετωπίζεται σαν θάλασσα από γεωπολιτικής άλλα και νομικής άποψης.

Το σημαντικότερο, ωστόσο, είναι ότι με την επίθεση αυτή η Ρωσία κάνει ένα ακόμη βήμα προς την επισημοποίηση της συμμαχίας της με το Ιράν αλλά και το Ιράκ, μιάς και οι πύραυλοι Kalibr διήλθαν από τον εναέριο χώρο των χωρών αυτών και, απ’ ότι φαίνεται, έλαβαν άδεια για να το κάνουν. Υπό μία έννοια, λοιπόν, δεν έχουμε μία αμιγώς ρωσική επιχείρηση, αλλά μία κοινή επιχείρηση Μόσχας – Τεχεράνης – Βαγδάτης, κάτι που ενδέχεται να ήταν και ο βασικός στόχος του προέδρου Πούτιν.

Οι συνέπειες στις διεθνείς γεωπολιτικές ισορροπίες που μπορεί να επιφέρει αυτή η εν σπέρματι συμμαχία είναι τεράστιες. Ακόμη κι αν περιοριστούμε στον τομέα της ενέργειας, τα συνδυαστικά αποθέματα υδρογονανθράκων Ρωσίας, Ιράν και Ιράκ, είναι τέτοια που ενδέχεται να επιτρέψουν ακόμη και τον ουσιαστικό έλεγχο των παγκόσμιων τιμών στο μέλλον.
Ειρήσθω εν παρόδω, η βιομηχανία σχιστολιθικού πετρελαίου και φυσικού αερίου στις ΗΠΑ, η οποία υποτίθεται ότι θα επέτρεπε στην Δύση να απεξαρτηθεί από τους ρωσικούς και μεσανατολικούς υδρογονάνθρακες, δείχνει να πνέει τα λοίσθια, λόγω της πτώσης των τιμών, η οποία θεωρήθηκε ότι έγινε γα να χτυπηθεί η Μόσχα… Και για να μην ξεχνιόμαστε, τα μεγαλύτερα κοιτάσματα σχιστολιθικών υδρογονανθράκων στον πλανήτη τα κατέχει η Ρωσία.

Εν κατακλείδι, με βάση τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας, Ρωσία, Ιράν και Κίνα ενισχύουν δραστικά τους μεταξύ τους δεσμούς και δημιουργούν το πρόπλασμα ενός γεωπολιτικού συμπλέγματος, το οποίο, μαζί με τα περιφερειακά κράτη, θέτει σοβαρή υποψηφιότητα στο να αποτελέσει την ισχυρότερη, μακράν όλων των υπολοίπων, δύναμη στον κόσμο τα επόμενα χρόνια. Κι αυτό σε σημαντικό βαθμό χάρη στις Ηνωμένες Πολιτείες, που κατέβαλαν τεράστιο κόστος, τόσο σε χρήμα όσο και σε αίμα, τα προηγούμενα χρόνια για να καταστρέψουν το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν (που δεν τους ενοχλούσε καθόλου) και να δημιουργήσουν μία χαοτική κατάσταση στη Μέση Ανατολή, η οποία φαίνεται ότι καταλήγει σε ένα μεγάλο Ιράν, σε μία στρατηγική συμμαχία Μόσχας - Τεχεράνης – Πεκίνου και σε έναν σιιτικό υπεράξονα.

Διδάσκει το μάθημα της Γεωπολιτικής στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων και Γεωγραφία της Ασφάλειας και των Αφοπλισμών στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών

Πηγή περιοδικό «Επίκαιρα», τεύχος 310

0 σχόλια