Πώς λειτουργούν οι πόλεμοι δια πληρεξουσίων

Και τι σημαίνει αυτό για τον τερματισμό της σύγκρουσης στην Συρία

Του Lionel Beehner 

Με τους αμερικανικής κατασκευής αντιαρματικούς πυραύλους να βρίσκουν τον δρόμο τους προς τους αντάρτες της Συρίας και τα ρωσικά μαχητικά αεροσκάφη να βομβαρδίζουν σφοδρά τους ίδιους επαναστάτες και με τον εφοδιασμό του καθεστώτος του Μπασάρ αλ-Άσαντ [1] με αντιαεροπορικά συστήματα πυραύλων, μπορεί να φαίνεται εύκολο να περιγραφεί η μάχη στην Συρία [2] ως ένας πόλεμος δια πληρεξουσίων [3]. Αλλά αυτή η φράση λέγεται πάρα πολύ απρόσεχτα από εδώ κι από εκεί, και ενέχει κάποιους επικίνδυνους μύθους.


Κατ' αρχάς, το να περιγράφεται το συριακό τέλμα ως ένας πόλεμος δια πληρεξουσίων σημαίνει ότι η σύγκρουση αφορά κυρίως σε μεγαλύτερες ρωγμές στην περιοχή [4], και ιδίως για το χάσμα μεταξύ Σουνιτών και Σιιτών, την Σαουδική Αραβία και το Ιράν. Δεύτερον, αυτό δείχνει ότι η σύγκρουση θα επιλυθεί κυρίως από τους εξωτερικούς παράγοντες που θα λύσουν τις διαφορές τους στο τραπέζι [των διαπραγματεύσεων]. Τρίτον, η φράση υποδηλώνει ότι η σύγκρουση είναι ένα παιχνίδι απίστευτα υψηλών στοιχημάτων που εμπλέκει υπαρξιακά ζητήματα για τα οποία ο συμβιβασμός είναι αδύνατος.

Όπως όμως διδάσκει η ιστορία των προηγούμενων πολέμων δια πληρεξουσίων, και οι τρεις υποθέσεις είναι λανθασμένες. Για να τερματίσουν τις μάχες στην Συρία, όλα τα εμπλεκόμενα μέρη θα πρέπει να αντιληφθούν πραγματικά το τι είναι και τι δεν είναι ένας πόλεμος δια πληρεξουσίων. Οι πόλεμοι δια πληρεξουσίων δεν σβήνουν από μόνοι τους ως εκ θαύματος χωρίς κάποιο βαθμό μιας «από κάτω προς τα πάνω» προσπάθειας να γίνει ειρήνη μεταξύ των τοπικών μαχητών ή μια θεμελιώδη αλλαγή στην ισορροπία δυνάμεων της διαμάχης στο πεδίο του πολέμου.


Καπνός ανεβαίνει από αυτό που όπως είπαν ακτιβιστές ήταν μια στρατιωτική θέση των δυνάμεων που παραμένουν πιστές στον Σύριο πρόεδρο Μπασάρ αλ-Άσαντ, έπειτα από συγκρούσεις με μαχητές του Στρατού του Ισλάμ, έξω από την Ντούμα, κοντά στην Δαμασκό, στις 13 Σεπτεμβρίου 2015. BASSAM KHABIEH / REUTERS

ΨΥΧΡΟΠΟΛΕΜΙΚΟ ΣΚΕΠΤΙΚΟ

Ο όρος «πόλεμος δια πληρεξουσίων» φέρνει στο νου εικόνες του Ψυχρού Πολέμου, όταν οι εξωτερικές δυνάμεις -δηλαδή οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Σοβιετική Ένωση αλλά και περιφερειακοί παίκτες- χρησιμοποιούσαν τους τοπικούς αγωνιστές ως πιόνια σε μια γεωπολιτική σκακιέρα. Στην δεκαετία του 1970 και του 1980, ένας αριθμός ανταρτικών συγκρούσεων στην Λατινική Αμερική έγιναν de facto συγκρούσεις μεταξύ της Σοβιετικής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών. Δηλαδή οι πόλεμοι στην Αγκόλα, το Τσαντ και το Βιετνάμ.

Ακριβώς όπως ήταν αδιανόητο εκείνες τις ημέρες ότι η Ουάσιγκτον και η Μόσχα θα μπλεχτούν σε έναν συμβατικό πόλεμο, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ρωσία να πάνε σε πόλεμο σήμερα. Και, στην πραγματικότητα, οι πόλεμοι δια πληρεξουσίων είναι διαδεδομένοι όταν το κόστος των παραδοσιακών διακρατικών πολέμων είναι υψηλό. Και έτσι, οι υποστηριζόμενες από την Χεζμπολάχ συριακές δυνάμεις και οι αντάρτες από το αυτοαποκαλούμενο Ισλαμικό Κράτος (επίσης γνωστό ως ISIS) μπορεί να επιτίθενται ο ένας στον άλλον, με μικρό κίνδυνο περιφερειακής κλιμάκωσης.

Οι συγκρούσεις δια πληρεξουσίων τείνουν επίσης να διεξάγονται σε αδύναμα ή αποτυχημένα κράτη με πορώδη σύνορα. Τα ευάλωτα κράτη δεν διαθέτουν τα μέσα επιβολής για να κατατροπώσουν τους εξεγερθέντες χωρίς εξωτερική υποστήριξη, και οι αντάρτες δεν μπορούν να αμφισβητήσουν αξιόπιστα ακόμα και τα αδύναμα καθεστώτα χωρίς όπλα από το εξωτερικό ή ασφαλή καταφύγια πέρα από τα σύνορα. Οι εμφύλιοι πόλεμοι στη Νικαράγουα και το Αφγανιστάν την δεκαετία του 1980 είναι τέτοιες περιπτώσεις.

Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Τζον Κέρι εξηγεί σχετικά με την αμερικανική στρατηγική στην Συρία κατά την διάρκεια ομιλίας του στο Ινστιτούτο των Ηνωμένων Πολιτειών για την Ειρήνη στην Ουάσιγκτον, στις 12 Νοεμβρίου 2015. JOSHUA ROBERTS / ROBERTS

Εξαιτίας αυτών των δυναμικών, οι πόλεμοι δια πληρεξουσίων τείνουν να θεωρούνται ως παρατεταμένες συγκρούσεις που διατηρούνται λιγότερο από τα τοπικά παράπονα από όσο από μεγαλύτερες τεκτονικές δυνάμεις. Αλλά η υπόθεση μπορεί να έχει πηγαίνει και ανάποδα. Στην πραγματικότητα, οι τοπικοί δρώντες σε πολλούς πολέμους δια πληρεξουσίων παίζουν τους εξωτερικούς υποστηρικτές τους και όχι το αντίστροφο. Οι επαναστάτες προσαρμόζουν τα μηνύματά τους έτσι ώστε να ευθυγραμμιστούν με τους περιφερειακούς βαρέων βαρών παίκτες, δημιουργώντας ένα είδος πολέμου προσφορών μεταξύ ομάδων ανταρτών.

Ακόμη και κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Σοβιετική Ένωση μόλις και μετά βίας μπορούσαν να αποκρυπτογραφήσουν τους ιδεολογικούς προσανατολισμούς των διαφόρων πελατών τους στον Τρίτο Κόσμο -κυρίως επειδή αυτές οι τάσεις άλλαζαν. Όταν η Ουάσιγκτον παρακρατούσε βοήθεια στη Νικαράγουα και την Κούβα, για παράδειγμα, η Μανάγκουα και η Αβάνα γίνονταν πολύ πιο φιλικές προς την Σοβιετική Ένωση. Αφότου η Μόσχα έκοψε την βοήθεια προς την Σομαλία, η Μογκαντίσου άρχισε να ασπάζεται τις Δυτικές καπιταλιστικές πεποιθήσεις. Όπως έγραψε ο θεωρητικός των διεθνών σχέσεων John Lewis Gaddis στο We Now Know [5] το 1997, κατά την διάρκεια εκείνης της εποχής, τόσο οι επαναστατικές ομάδες όσο και τα καθεστώτα «έμαθαν να χειραγωγούν τους Αμερικανούς και τους Ρώσους χρησιμοποιώντας την κολακεία, δεσμευόμενοι για αλληλεγγύη, προσποιούμενοι αδιαφορία, απειλώντας με αποστασία, ή ακόμα και διογκώνοντας το ενδεχόμενο της δικής τους κατάρρευσης και τα καταστροφικά αποτελέσματα που μπορεί να προκύψουν από αυτήν».

Το ίδιο ισχύει και σήμερα. Ο Άσαντ, κατ’ αρχήν, έχει τοποθετήσει το συριακό καθεστώς ως ένα κοσμικό προπύργιο ενάντια στον σουνιτικό φανατισμό, κάτι που τον βοήθησε να προσελκύσει στρατιωτική υποστήριξη από την Ρωσία και το Ιράν [6]. Αφότου ο Άσαντ υπέστη μια σειρά από στρατιωτικές αποτυχίες το 2012, για παράδειγμα, υπερέβαλε όσον αφορά την τζιχαντιστική απειλή για να κάνει την Ρωσία και το Ιράν να στείλουν περισσότερα όπλα, κεφάλαια, ακόμη και πεζικάριους. Αλλά τέτοια όπλα πήγαιναν επίσης προς την καταπολέμηση των Χριστιανών, των Κούρδων και άλλων τοπικών δρώντων.

Οι αντάρτες της Συρίας, επίσης, μπορούν να εξασφαλίζουν μια σταθερή ροή μετρητών, όπλων, και άλλης βοήθειας από τον Κόλπο, ταιριάζοντας την σύγκρουσή τους στην μεγαλύτερη αφήγηση των περιφερειακών θρησκευτικών συγκρούσεων. Πρώην μπααθιστές στρατιώτες και άλλοι κοσμικοί αντάρτες άφησαν γένια και φτιασίδωσαν την ισλαμιστική καλή πίστη τους στο YouTube για να ξεπεράσουν τους αντάρτες ομόλογούς τους.

Πόλεμος δια πληρεξουσίων ή όχι, το μεγαλύτερο μέρος των μαχών στην Συρία δεν είναι σχετικά με την περιφερειακή ισορροπία ισχύος [7]. Οι περισσότεροι μαχητές (του ISIS εξαιρουμένου) οδηγούνται από τοπικιστικά -ακόμη και προσωπικά- θέματα. Για παράδειγμα, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα, η ερευνητής από το Πανεπιστήμιο του Μέριλαντ, Vera Mironova και ο Sam Whitt του Πανεπιστημίου High Point, διαπίστωσαν ότι οι αντάρτες είχαν ως πρωταρχικό κίνητρο την εκδίκηση και την αλλαγή του καθεστώτος, όχι την θρησκεία ή μεγαλύτερα περιφερειακά ζητήματα. Πρώην μαχητές που συμμετείχαν στην έρευνα σε προσφυγικούς καταυλισμούς της Συρίας μού είπαν περίπου το ίδιο το 2013. Για τον Αχμάντ Χασάν, έναν οδηγό ταξί από το Χαλέπι, ήταν οι νυχτερινές επισκέψεις από την μυστική αστυνομία και οι δωροδοκίες που τον ώθησαν να ενταχθεί στην αντιπολίτευση, μετά από μήνες που παρέμενε ουδέτερος. «Γινόταν αφόρητο», είπε. «Τόση διαφθορά, όλοι ήταν έτοιμοι να εκραγούν. Δεν μπορούσαμε να εμπιστευτούμε κανέναν».

ΤΟ ΤΕΛΙΚΟ ΣΤΑΔΙΟ

Ένας άλλος μύθος σχετικά με τους πολέμους δια πληρεξουσίων είναι το πώς τελειώνουν. «Οι μάχες θα σταματήσουν», έγραψε σε άρθρο του στην εφημερίδα New York Times ο Rami Khouri, διευθυντής του Issam Fares Institute for Public Policy and International Affairs στο Αμερικανικό Πανεπιστήμιο της Βηρυτού «μόνο όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ρωσία, το Ιράν και η Σαουδική Αραβία αισθανθούν τις αρνητικές συνέπειες του πολέμου και καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι είναι προς το συμφέρον τους να τελειώσει [8]». Αλλά αυτό προϋποθέτει ότι οι μαχητές εξαρτώνται εξ ολοκλήρου από εξωτερική στήριξη και ότι οι προτιμήσεις των εξωτερικών παραγόντων είναι πιο σημαντικές από όσο εκείνες των πραγματικών μαχητών.

Μερικοί πόλεμοι μπορεί να συνεχιστούν επ’ αόριστον, ακόμη και με πολύ λίγα σχετικά με εξελιγμένα όπλα ή με εξωτερική χρηματοδότηση που να γεμίζει τα χρηματοκιβώτια της κάθε πλευράς. Για παράδειγμα, ο εμφύλιος πόλεμος της Σομαλίας αρνήθηκε να σβήσει μόνος του, παρά την έλλειψη μεγάλων δυνάμεων ως χορηγών και την διαλείπουσα παρουσία των ειρηνευτικών δυνάμεων του ΟΗΕ. Ομοίως, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τις διάφορες φατρίες στην Συρία να καταθέτουν τα όπλα τους, ακόμη και εν τη απουσία ανάμιξης τρίτων ή μιας μεγάλης ειρηνευτικής διαπραγμάτευσης.

Και η κολακεία στους εξωτερικούς παίκτες ώστε να περιορίσουν την υποστήριξή τους προς τους διάφορους πελάτες ή τους πληρεξουσίους τους συνήθως δεν αποδίδει. Ο αιματηρός εμφύλιος πόλεμος της Αγκόλα δεν τελείωσε με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης ή την έξοδο των δυνάμεων της Κούβας και της Νότιας Αφρικής. Αντίθετα, εξασθενούσε συνεχώς επί μια ακόμη δεκαετία. Επίσης, πάνω από 20 χρόνια μετά την Συμφωνία του Ταΐφ που τερμάτισε τον λιβανικό εμφύλιο πόλεμο, η χώρα αναμφισβήτητα εξακολουθεί να περιμένει την επόμενη σεχταριστική ανάφλεξη.

Στην Συρία, επίσης, η Ουάσιγκτον έχει δώσει έμφαση στις ειρηνευτικές συνομιλίες στην Γενεύη και τώρα στην Βιέννη, ακόμα και αν οι εν λόγω συνομιλίες θεωρήθηκαν δευτερεύουσας σημασίας από τους περισσότερους μαχητές της Συρίας. Με απλά λόγια, ο πόλεμος δεν θα τελειώσει με αυτούς τους παίκτες να κάθονται στο τραπέζι. Στην πραγματικότητα, αυτό που δείχνουν τα λίγα στοιχεία της έρευνας που υπάρχουν είναι ότι θα τελειώσει με κάποιου είδους «άσχημη σταθερότητα» με τη μια πλευρά νικηφόρα, αφού οι αντάρτες θέλουν αλλαγή καθεστώτος και οι περισσότεροι πολίτες θέλουν περισσότερα δικαιώματα και την επιστροφή σε κάποια επίφαση ομαλότητας. Πράγματι, ακόμη και αν ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Τζον Κέρι ήταν σε θέση να επιτύχει μια συμφωνία με την οποία οι Σαουδάραβες, οι Καταριανοί, οι Ιρανοί και οι Ρώσοι θα συμφωνούσαν να παραιτηθούν από όλη την μελλοντική υποστήριξη στις αντίστοιχες παρατάξεις τους στην Συρία, η βία θα μπορούσε να αποκλιμακωθεί κάπως, αλλά η πόλεμος δεν θα έσβηνε μόνος του μέσα σε ένα βράδυ. Οι βασικές του αιτίες –η ευρεία τοπική διαφθορά και η έλλειψη πολιτικών ελευθεριών, για να αναφέρουμε μόνο μερικές- είναι απλά πολύ περίπλοκες.

ΥΨΗΛΟ ΡΙΣΚΟ

Το πλαίσιο του «πολέμου δια πληρεξουσίων» συνεπάγεται επίσης ότι οι προκλήσεις για τις εξωτερικές δυνάμεις είναι τόσο απαγορευτικά υψηλές ώστε να μην μπορούν να αντέξουν να χάσουν. Γιατί να κινηθούν αν, όπως υποστηρίζουν πολλοί αναλυτές, η Συρία είναι το κεντρικό μέτωπο σε ένα μεγαλύτερο πόλεμο μεταξύ Σιιτών και Σουνιτών; Ή γιατί να περιμένουν το οτιδήποτε άλλο εκτός από μια μακρά, παρατεταμένη σύγκρουση αν, όπως προτείνει ο Khouri, «Η Ρωσία και η Αμερική μάχονται, στην Συρία, την τελευταία μάχη του Ψυχρού Πολέμου»;

Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν και ο πρόεδρος της Συρίας Μπασάρ αλ-Άσαντ εισέρχονται σε μια αίθουσα κατά την διάρκεια συνάντησής τους στο Κρεμλίνο, στις 20 Οκτωβρίου 2015. ALEXEI DRUZHININ / REUTERS

Αυτή η σκέψη υπερεκτιμά αμφότερα το αμερικανικό και το ρωσικό διακύβευμα στην σύγκρουση. Η Ρωσία κινητροδοτείται εν μέρει από την καταπολέμηση της τρομοκρατίας (φοβάται ότι ισλαμιστές εξτρεμιστές θα διαχυθούν μέσω των συνόρων της στον Νότιο Καύκασο) και εν μέρει για να προστατεύσει έναν πολυετή σύμμαχό της στην περιοχή. Αλλά αν το καθεστώς Άσαντ ήταν να πέσει αύριο, η ασφάλεια και η θέση της Ρωσίας στον κόσμο θα είναι σε μεγάλο βαθμό ανεπηρέαστη.

Το ίδιο θα μπορούσε να ειπωθεί και για τις Ηνωμένες Πολιτείες, των οποίων τα κύρια ενδιαφέροντα περιλαμβάνουν την αποδυνάμωση του Ιράν, την προστασία του Ισραήλ, το να προλάβουν μην γίνει η Συρία ένα εφαλτήριο για διεθνείς τζιχαντιστικές επιθέσεις. Αν κερδίσουν ο Άσαντ και η Ρωσία, η θέση των ΗΠΑ στην περιοχή, τόσο γεωστρατηγικά όσο και οικονομικά, δεν θα φανεί πολύ διαφορετική [1] από όσο ήταν το 2010. Αν κερδίσουν οι επαναστάτες, η Συρία θα μπορούσε να είναι λιγότερο ευνοϊκή απέναντι στο Ιράν και να φαίνεται πιο ελκυστική για τους τζιχαντιστές, αλλά και άλλα αδύναμα κράτη της περιοχής –η Υεμένη, το Ιράκ- θα ταίριαζαν επίσης στην εικόνα.

Εδώ, αμφότερες οι πλευρές θα μπορούσαν να διδαχθούν από τον εμφύλιο πόλεμο της Γουατεμάλας, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το πληρεξούσιό τους στρατιωτικό καθεστώς αρνήθηκαν να υποχωρήσουν, ακόμα και μετά από δεκαετίες μαχών και χιλιάδες «εξαφανίσεων», παρά το αναμφισβήτητα αδύναμο διακύβευμα της Ουάσιγκτον [9] στην σύγκρουση.

ΥΠΕΡΕΝΙΣΧΥΜΕΝΟΙ

Οι εξωτερικές δυνάμεις μπορούν να ελέγξουν την ορμή μιας διαμάχης με την επιλογή να επέμβουν στρατιωτικά ή όχι [10]. Αλλά εφ’ όσον καμία πλευρά δεν μιλά σοβαρά για μια μεγάλη εκστρατεία επί του εδάφους ή μια ειρηνευτική αποστολή, ο πόλεμος θα κριθεί κυρίως από τους Σύριους -όχι από τον Κέρι και τον Ρώσο υπουργό Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ στην Γενεύη. Και τα συμφέροντα των περισσότερων Σύριων έχουν ελάχιστη σχέση με τις μεγαλύτερες θρησκευτικές ρωγμές στην περιοχή.

Οπότε, πώς τελειώνουν οι πόλεμοι δια πληρεξουσίων; Αυτό συμβαίνει όταν μια από τις δύο πλευρές επιτυγχάνει μια συντριπτική υπεροχή ισχύος και μπορεί να νικήσει στρατιωτικά την άλλη πλευρά, ή όταν και οι δύο πλευρές συμφωνήσουν ότι είναι προς το συμφέρον τους να σταματήσουν να πολεμούν. Στο κάτω-κάτω, ο πόλεμος του Βιετνάμ τελείωσε όχι λόγω της αμερικανο-σοβιετικής εκεχειρίας, αλλά μάλλον από την αποχώρηση των δυνάμεων των ΗΠΑ και την επακόλουθη πτώση της Σαϊγκόν. Το ίδιο θα μπορούσε να ειπωθεί και για τον εμφύλιο πόλεμο της Αγκόλα, μετά την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης.

Ομοίως, η [διαμάχη στην] Συρία θα επιλυθεί μόνο με μια μαζική μετατόπιση του ισοζυγίου της ισχύος στον πόλεμο, με αποτέλεσμα ολοκληρωτική νίκη από τη μια πλευρά (κάτι που φαίνεται απίθανο) ή με μια πραγματική συμφωνία που θα εκκολαφθεί από τις αντιμαχόμενες πλευρές. Όπως ο στρατιωτικός Edward Luttwak ισχυρίστηκε σε ένα άρθρο του το 1999 στο Foreign Affairs με τίτλο «Give War a Chance»[11](Δώστε στον Πόλεμο μια Ευκαιρία), δεν αποδίδει στις εξωτερικές δυνάμεις το να επιβάλουν πρόωρα διαπραγματεύσεις στους ίδιους τους αντιμαχόμενους ή στους περιφερειακούς υποστηρικτές να σφυρηλατήσουν ή να εξαναγκάσουν μια μεγάλη διαπραγμάτευση. Στην περίπτωση της Συρίας, οποιαδήποτε συμφωνία πιθανότατα θα αρχίσει με μια σειρά τοπικών εκεχειριών για την οικοδόμηση εμπιστοσύνης μεταξύ των πλευρών, που ομολογουμένως έχουν ανάμικτες επιδόσεις στις αγροτικές πόλεις κοντά στα σύνορα του Λιβάνου, καθώς και στην επαρχία Idlib.

Το θέμα δεν είναι ότι τα κράτη θα πρέπει να μείνουν στο περιθώριο -αυτό θα ήταν μη ρεαλιστικό- αλλά μάλλον ότι η Ουάσιγκτον πρέπει να αντιμετωπίσει τις πραγματικότητες αυτού του πολυδιάστατου πολέμου. Το να πείθεται από τους παλιούς μύθους του πολέμου δια πληρεξουσίων, είναι σαν να επιμένει σε επ’ αόριστον πόλεμο.

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.foreignaffairs.com/articles/middle-east/2014-08-26/middle-ea...
[2] https://www.foreignaffairs.com/regions/syria
[3] http://www.npr.org/sections/thetwo-way/2015/10/16/449181764/we-ask-exper...
[4] https://www.foreignaffairs.com/articles/syria/2015-08-11/new-great-game
[5] http://www.amazon.com/We-Now-Know-Rethinking-Relations/dp/0198780710
[6] https://www.foreignaffairs.com/articles/syria/2015-10-18/how-work-russia...
[7] https://www.foreignaffairs.com/articles/syria/2015-11-04/not-so-great-ga...
[8] http://www.nytimes.com/2013/10/24/opinion/international/putting-out-the-...
[9] https://www.foreignaffairs.com/articles/iraq/2014-10-26/staying-out-syria
[10] https://www.foreignaffairs.com/articles/syria/2015-10-08/should-united-s...
[11] https://www.foreignaffairs.com/articles/1999-07-01/give-war-chance

Πηγή Foreing Affairs

0 σχόλια