Επείγουσα η ανάγκη μιας νέας φιλοσοφίας αποτροπής

Επικίνδυνα ψεύδη ότι οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις «δεν έχουν ανταλλακτικά», «δεν έχουν καύσιμα» και όλα τα συναφή, δεν μπορούν κατά συνέ¬πεια να πολεμήσουν…. Στο προηγούμενο άρθρο στα «Επίκαιρα» είχαμε εξετάσει την εντεινόμενη τουρκική επιθετικότητα στο Αιγαίο υπό το φως των γεωπολιτικών δεδομένων που διαμορφώνονται στην περιοχή, στο πλαίσιο ενός αναδυόμενου πολυπολικού διεθνούς συστήματος, μέσα στο οποίο η Τουρκία επιδιώκει να έχει πρωτεύοντα ρόλο. 


Γράφει ο δρ. Κωνσταντίνος Γρίβας

Υποστηρίξαμε ότι είναι σχεδόν αναπόφευκτο η Άγκυρα να επιχειρήσει να κυριαρχήσει περίπου ολοκληρωτικά στο Αιγαίο, αφήνοντας στην Ελλάδα κάποιου είδους «συμβολική» κυριαρχία. Είχαμε επίσης εξετάσει την πολιτική διαδοχικών «μικρών βημάτων» που ακολουθεί η Τουρκία στο Αιγαίο, αναβαθμίζοντας σταδιακά τις προκλήσεις της και σταματώντας μόλις η Ελλάδα αντιδράσει, για να ξεκινήσει από ένα νέο και πιο προωθημένο σημείο αφετηρίας. Απ’ ό,τι φαίνεται, η μέχρι τώρα αποτρεπτική στρατηγική της Ελλάδας δεν μπορεί να αντιδράσει επαρκώς σε αυτή τη μεθοδολογία «σαλαμοποίησης».

Ένα πρόβλημα της ισχύουσας ελληνικής αποτρεπτικής στρατηγικής είναι ότι λειτουργεί αντανακλαστικά στις τουρκικές προκλήσεις, αφήνοντας την πρωτοβουλία στην αντίπαλη πλευρά, η οποία αποκτά έτσι τη δυνατότητα να επιτυγχάνει κάθε φορά μικρά κέρδη, τα οποία όμως αθροιζόμενα είναι πολύ μεγάλα, χωρίς, μάλιστα, να κινδυνεύει να εμπλακεί σε πολεμικό επεισόδιο, αφού εκείνη αποφασίζει σε ποιο βαθμό θα κλιμακώσει.

Απαιτείται, λοιπόν, μια νέα φιλοσοφία αποτροπής η οποία θα πρέπει να είναι πιο ενεργητική έναντι της γείτονος. Κατά την άποψη του γράφοντος, η Ελλάδα θα πρέπει να αυξήσει αποφασιστικά τον βαθμό απροβλεπτότητας των ενεργειών της έναντι της Τουρκίας έτσι ώστε η τελευταία να χάσει τη βεβαιότητα ότι οι προκλήσεις της είναι απολύτως ασφαλείς όσο η ίδια δεν αποφασίζει να οδηγήσει τα πράγματα σε επίπεδο πολεμικής αντιπαράθεσης και θεωρεί δεδομένο ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να το πράξει.

Βέβαια, παρόμοιες αντιλήψεις είναι περίπου σίγουρο ότι θα αντιμετωπιστούν με θυμηδία και περιφρόνηση απ’ όσους θεωρούν (και είναι πολλοί) ότι η Ελλάδα δεν έχει καμιά τύχη σε περίπτωση πολεμικής αναμέτρησης με την Τουρκία και ακόμη κι αν κάτι μπορούσε να κάνει στο παρελθόν σήμερα είναι απλά αδύνατον λόγω των οικονομικών προβλημάτων της χώρας, που αντανακλώνται και στις Ένοπλες Δυνάμεις. Τείνει να επιβληθεί ως αναντίρρητη πραγματικότητα από διάφορους κύκλους ότι οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις «δεν έχουν ανταλλακτικά», «δεν έχουν καύσιμα» και όλα τα συναφή, δεν μπορούν κατά συνέπεια να πολεμήσουν.

Όπως όλα τα επικίνδυνα ψέματα, η άποψη αυτή εμπεριέχει ψήγματα αλήθειας. Πράγματι, οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις σήμερα αντιμετωπίζουν πολύ περισσότερα προβλήματα σε σύγκριση με το κοντινό παρελθόν. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι έχουν χάσει το αξιόμαχό τους. Απεναντίας… Επιπροσθέτως, ούτε και το τουρκικό στράτευμα βρίσκεται στην καλύτερη κατάσταση. Αντιμετωπίζει κι αυτό πολλά προβλήματα, αν και διαφορετικού είδους από το ελληνικό.

Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι θα πρέπει να γνωρίζουμε πως εξαιρετικά σπάνιες ήταν οι περιπτώσεις στην ιστορία που κάποιος στρατός ξεκίνησε μια πολεμική αντιπαράθεση επαρκώς προετοιμασμένος και εξοπλισμένος. Ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ξεφύγει από αυτό τον κανόνα.

Τέλος, ας έχουμε υπόψη ότι, αν και ορισμένες ελλείψεις μπορεί να υπάρχουν σε κάποια υλικά στο ελληνικό στράτευμα, σε κάποια άλλα υπάρχει περίσσεια σε τέτοιο βαθμό που να επιτρέπουν ακόμη και πολεμικές επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας παρατεταμένης χρονικής διάρκειας.

Φυσικά, παρόμοιο ενδεχόμενο δεν είναι επιθυμητό. Κανενός είδους πολεμική αντιπαράθεση με την Τουρκία, ή με οποιονδήποτε άλλο, δεν είναι επιθυμητή. Όμως κάθε αξιόπιστη αποτρεπτική στρατηγική εδράζεται σε μια πειστική απειλή πολεμικής δράσης έναντι του εκάστοτε αντιπάλου, που να εξασφαλίζει ότι σε περίπτωση επιθετικής ενέργειας από πλευράς του αφενός μεν δεν θα του επιτρέψει να επιτύχει τους σκοπούς του («αποτροπή διά της άρνησης» / «deterrence by denial»), αφετέρου δε, ακόμη κι αν τους επιτύχει, θα καταβάλει δυσανάλογα μεγάλο τίμημα γι’ αυτό («αποτροπή διά της τιμωρίας» / «deterrence by punishment»).

Βασικό δε στοιχείο κάθε αξιόπιστης απο¬τρεπτικής πρότασης είναι ότι θα πρέπει να είμαστε σε θέση όχι μόνο να επιφέρουμε μεγάλα πλήγματα στον αντίπαλο, αλλά να υποστούμε κι εμείς βαριές απώλειες.

Για παράδειγμα, η αποτρεπτική στρατηγική των ΗΠΑ στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου περιλάμβανε την αποδοχή της ολοκληρωτικής καταστροφής της χώρας -και ολόκληρου του πλανήτη, εδώ που τα λέμε- από μαζικές ανταλλαγές πυρηνικών πληγμάτων σε περίπτωση που η Σοβιετική Ένωση πρόσβαλλε όχι αμερικανικό έδαφος, αλλά τη Δυτική Ευρώπη.

Άρα οι αιτιάσεις ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να εμπλακεί αυτή τη στιγμή σε κάποια αντιπαράθεση με την Τουρκία λόγω των οικονομικών της προβλημάτων είναι πολύ απλά εκτός πραγματικότητας. Υπενθυμίζεται επίσης, ότι εδώ και μερικά χρόνια το επίσημο ελληνικό δόγμα Άμυνας έχει μετονομαστεί σε αποτρεπτικό. Αν, λοιπόν, οι ηγετικές ελίτ της χώρας θεωρούν ότι δεν είναι σε θέση να καλύψουν τις στοιχειώδεις απαιτήσεις της αποτροπής, τότε καλό θα ήταν να αλλάξουν και το αμυντικό δόγμα, να το χαρακτηρίσουν με κάποιο άλλο τρόπο που θα κρίνουν ότι είναι «ρεαλιστικός» και να πάψουμε να ασχολούμαστε με αυτό.

Όσο όμως επιμένουν στην αποτροπή θα πρέπει να έχουν υπόψη ότι στα θεμελιώδη στοιχεία αυτής ανήκει και η αποδοχή ακραίων συνεπειών ακόμη και για φαινομενικά «μικρά» διακυβεύματα έτσι ώστε να αποφευχθούν ακριβώς οι κίνδυνοι «σαλαμοποίησης».

Βεβαίως, θα πρέπει να ξανατονίσουμε ότι σκοπός της αποτροπής δεν είναι ο πόλεμος, αλλά η αποφυγή του. Αντιθέτως, μεθοδολογίες πολλαπλών υποχωρήσεων είναι περίπου επόμενο ότι θα οδηγήσουν σε πολεμική αντιπαράθεση.

Πιο τρωτή από την Ελλάδα

Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, βασικό στοιχείο της αποτροπής είναι οι συνέπειες που είσαι σε θέση να επιφέρεις στον αντίπαλό σου. Αυτό δεν εξαρτάται μόνο από τις δικές σου ικανότητες, αλλά και από τις τρωτότητες του αντιπάλου. Στο ελληνοτουρκικό σύστημα, λοιπόν, σε πλήρη αντίθεση με την εν Ελλάδι κυριαρχούσα άποψη, η Τουρκία είναι αυτή που είναι πιο τρωτή. Κι αυτό γιατί αντιμετωπίζει πολύ περισσότερα προβλήματα από την Ελλάδα τόσο στο εξωτερικό της όσο και στο εσωτερικό.

Ας αναλογιστούμε μόνο ότι, σε περίπτωση ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης, η δομή του ΝΑΤΟ και, κατά συνέπεια, η αποτρεπτική του λειτουργία, τουλάχιστον για το διάστημα που η σύγκρουση διαρκεί, ουσιαστικά παύει να υφίσταται.

Ως εκ τούτου, η «παγωμένη» ρωσοτουρκική αντιπαράθεση τοποθετείται σε ένα νέο πλαίσιο. Αν, μάλιστα, η σύγκρουση αυτή διαιωνιστεί, τότε οι συνέπειες για τη συνοχή της νατοϊκής συμμαχίας μπορεί να είναι μόνιμες. Και τότε η Τουρκία θα βρεθεί ενώπιον των συνεπειών που έχει δημιουργήσει η πολιτική της, η οποία έχει οδηγήσει σε πλήθος ανοιχτών μετώπων σε όλα της τα σύνορα.

Κυρίως όμως είναι το ζήτημα των Κούρδων που θα μπορούσε να εξελιχθεί σε εσωτερική πολεμική αντιπαράθεση μεγάλης κλίμακας σε περίπτωση που η Τουρκία εμπλέκονταν σε πόλεμο με κάποια άλλη χώρα, ενώ και οι υπόλοιπες αντιφάσεις στην εσωτερική της δομή θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν ανεξέλεγκτες καταστάσεις.

Με άλλα λόγια, η Τουρκία θα κινδύνευε να βρεθεί ενώπιον καταστάσεων που θα απειλούσαν ακόμη και την ίδια της την ύπαρξη αν εμπλεκόταν σε πολεμική αναμέτρηση με την Ελλάδα, κάτι που δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί για τη χώρα μας. Άρα η Τουρκία έχει περισσότερα πράγματα να φοβάται από την Ελλάδα σε περίπτωση ανεξέλεγκτης πολεμικής αναμέτρησης μεταξύ των δύο χωρών. Κατά συνέπεια, μια ρεαλιστική αποτρεπτική πρόταση από πλευράς της χώρας μας, που θα έχει στόχο ακριβώς να αποφύγει την πολεμική αναμέτρηση, θα πρέπει να περιλαμβάνει και αυτή την πιθανότητα.

Επιπροσθέτως, μια αποτρεπτική πρόταση δεν είναι ανάγκη να στρέφεται μόνο εναντίον του αντιπάλου. Μπορεί να έχει αποδέκτες και άλλους ισχυρούς δρώντες του διεθνούς συστήματος. Για παράδειγμα, το καθεστώς του Απαρτχάιντ στη Νότιο Αφρική είχε κατασκευάσει και διατηρούσε ένα μικρό πυρηνικό οπλοστάσιο, αποτελούμενο από έξι ατομικές βόμβες, όχι τόσο για να το χρησιμοποιήσει κατά κάποιου εξωτερικού εχθρού, αλλά, σε περίπτωση που δεχόταν μείζονα απειλή, να απειλούσε με τη σειρά του με πυρηνική κλιμάκωση που θα είχε αποσταθεροποιητικές συνέπειες σε ολόκληρο το διεθνές σύστημα και να εκβίαζε με τον τρόπο αυτό την παρέμβαση των ΗΠΑ.

Στη δική μας περίπτωση, το γεγονός ότι και οι δύο χώρες ανήκουν στο ΝΑΤΟ σημαίνει ότι μια αναμέτρηση μεταξύ τους θα είχε επιπτώσεις στη συνοχή της Συμμαχίας και επομένως σε όλο το πλέγμα των παγκόσμιων ισορροπιών. Βέβαια, αν η σύρραξη αυτή είχε πολύ μικρή διάρκεια οι συνέπειες μάλλον θα ήταν διαχειρίσιμες. Αυτή ακριβώς τη βεβαιότητα θα πρέπει η ελληνική αποτρεπτική στρατηγική να υπονομεύσει.

Κατά την άποψη του γράφοντος, οι Ηνωμένες Πολιτείες, παρόλο που οι σχέσεις τους με την Τουρκία ολοένα επιδεινώνονται, σε περίπτωση ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης θα παρέμβουν πυροσβεστικά, επιδιώκοντας να λήξουν όσο το δυνατόν πιο σύντομα το επεισόδιο, λειτουργώντας όμως ετεροβαρώς υπέρ της Τουρκίας στα ανταλλάγματα που θα της προσφέρουν ακριβώς επειδή τη φοβούνται, ενώ θεωρούν την Ελλάδα δεδομένη. Αυτό επιτρέπει στην Άγκυρα να σχεδιάζει σενάρια «λελογισμένων» πολεμικών αναμετρήσεων μικρής έντασης και διάρκειας που θα της προσφέρουν γεωπολιτικά κέρδη με ελάχιστο έως ανύπαρκτο ρίσκο.

Σε περίπτωση, λοιπόν, που η Ελλάδα καταφέρει να περάσει το μήνυμα ότι υπάρχει η πιθανότητα να επιλέξει ακόμη και την εμπλοκή σε παρατεταμένη πολεμική αντιπαράθεση αν έτσι κρίνει σκόπιμο, τότε η συνοχή του ΝΑΤΟ θα απειληθεί σοβαρά και οι ΗΠΑ πιθανόν να αναγκαστούν να αλλάξουν τις επιλογές τους και να κινηθούν προς την αποφασιστική στήριξη της Ελλάδας ή ακόμη και σε πλήρη περιθωριοποίηση της Τουρκίας πριν ξεσπάσει κάποια κρίση. Κάτι τέτοιο, βέβαια, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα συμβεί αλλά, σε κάθε περίπτωση, η ενίσχυση της απροβλεπτότητας των ελληνικών αντιδράσεων στην τουρκική εντεινόμενη επιθετικότητα μόνο κέρδη μπορεί να έχει για τη χώρα μας τόσο έναντι της Τουρκίας αυτής καθαυτής όσο και έναντι των ΗΠΑ και των άλλων χωρών της Δύσης.

* Ο Δρ. Κωνσταντίνος Γρίβας διδάσκει το μάθημα της Γεωπολιτικής στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων και Γεωγραφία της Ασφάλειας και των Αφοπλισμών στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστήμιου Αθηνών.
Πηγή περιοδικό "Επίκαιρα", τεύχος 338

0 σχόλια