Δύσκολα η τουρκο-ισραηλινή προσέγγιση θα μετουσιωθεί σε βαθύτερη συνεργασία

Δύσκολα η τουρκο-ισραηλινή προσέγγιση θα μετουσιωθεί σε βαθύτερη συνεργασία
Του Αλέξανδρου Δρίβα*
Τις τελευταίες μέρες, πληθαίνουν τα διεθνή δημοσιεύματα σύμφωνα με τα οποία, η Τουρκία προσπαθεί να επαναπροσεγγίσει το Ισραήλ προκειμένου να βελτιώσει τις σχέσεις του μαζί του. Ο Efraim Inbar, δήλωσε πως όλα εξαρτώνται από το αν ο Ερντογάν κάνει μια στροφή στον πραγματισμό, παραμερίζοντας την περαιτέρω ισλαμοποίηση της χώρας του.
Σε μια τέτοια περίπτωση, (προσέθεσε ο Inbar) το Ισραήλ και η Τουρκία, θα μπορούσαν να δημιουργήσουν έναν ισχυρό άξονα που θα έθετε υπό έλεγχο την ιρανική επιρροή στην περιοχή. Παρόλα αυτά, υπάρχουν σοβαρά προβλήματα, που συνθέτουν μια τροχοπέδη σε μια τέτοια επαναπροσέγγιση.
Η ανάγκη του Ισραήλ για σταθερότητα και η τουρκική αναξιοπιστία

Τουρκία και Ισραήλ, υπήρξαν στρατηγικοί σύμμαχοι στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, προσφέροντας σημαντικές υπηρεσίες στον δυτικό κόσμο κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. Αυτή η στρατηγική συνεργα΄σια, συμπληρωνόταν από τη συμμετοχή των ΗΠΑ. Ωστόσο, η περιοχή της Μέσης Ανατολής μπορεί να χαρακτηριστεί με κάποια προσοχή, πως αποτελεί την περιοχή που βασιλεύει το «ουδέν μονιμότερον του προσωρινού». Η νέα κατάσταση της ευρύτερης περιοχής που άρχισε να διαφαίνεται από την 11η Σεπτεμβρίου και μετά, σε συνδυασμό με τον επαναπροσδιορισμό της εξωτερικής πολιτικής της Άγκυρας, δημιούργησαν νέες συνθήκες στις οποίες δεν μπορούσαν να εξελιχθούν επί τα βελτίω. Το θερμό επεισόδιο με το στολίσκο της Γάζας και η αντι-ισραηλινή ρητορική του Ταγίπ Ερντογάν που ακολούθησε, ήταν το σημείο ιστορικού χαμηλόύ των τουρκο-ισραηλινών σχέσεων από ιδρύσεως του κράτους του Ισραήλ.
Η εξωτερική πολιτική του Ισραήλ, διέπεται από συνέπεια η οποία δεν μπορεί να είναι μεταβαλλόμενη. Αντιθέτως, είναι η σταθερά, βάσει τις οποίας πορεύεται το Ισραήλ στις διεθνείς του υποθέσεις. Η Τουρκία, υπήρξε το μόνο μη αραβικό και μη ισλαμικό κράτος στην περιοχή της Εγγύς και Μέσης Ανατολής με γεωγραφική εγγύτητα με το Ισράηλ. Με την άνοδο του ΑΚΡ στην κυβέρνηση, τόσο τα χαρακτηριστικά της τουρκικής κοινωνίας, όσο και οι φιλοδοξίες της νέας κυβέρνησης στην εξωτερική πολιτική, άλλαξαν δραματικά. Η περίπτωση της Τουρκίας, δεν εμπίπτει πλέον στις περιπτώσεις εκείνες που εξαρτώνται από την αλλαγή κυβέρνησης που θα σημάνει και αλλαγή πλεύσης (εν προκειμένω, αλλαγή εξωτερικής πολιτικής).
Το Ισραήλ, είδε την Τουρκία να εγείρει αντι-ισραηλινό μένος στην Παλαιστίνη και σε άλλες αραβικές χώρες. Επίσης, παρατήρησε την τουρκική προσπάθεια του 2011 για τη δημιουργία ενός άξονα μεταξύ αυτής, της Συρίας και του Ιράν. Με όχημα το όραμα του Αχμέτ Νταβούτογλου, η Τουρκία προσπάθησε να γίνει η ηγεμονική δύναμη της περιοχής. Από την εποχή του Δαυϊδ Μπεν Γκουριόν, η μη επίτευξη περιφερειακής ηγεμονίας στο σύστημα ισορροπίας δυνάμεων από οποιαδήποτε δύναμη της περιοχής, αποτελεί πρώτιστο στόχο για το Τελ Αβίβ, μαζί με το δόγμα «πόλεμος μακρυά από το έδαφός μας». Το Ισραήλ, με αμηχανία, είδε το αποτέλεσμα των πρόσφατων τουρκικών εκλογών, οι οποίες δυνάμωσαν περαιτέρω το ΑΚΡ παρότι διανύει εσχάτως, το 13ο έτος στην εξουσία.
Τόσο η τουρκική κοινωνία, όσο και οι τουρκικές περιπέτειες που συνεχίζονται στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, έχουν δημιουργήσει μια κατάσταση στην Τουρκία, που πάρα πολύ δύσκολα αλλάζει.
Όλα τα παραπάνω, σε συνδυασμό με τον καιροσκοπικό χαρακτήρα με τον οποίον λειτουργεί η πανικόβλητη –πλέον- τουρκική κυβέρνηση, μετά την κατάρριψη του ρωσικού αεροσκάφους, (Βλ. στροφή σε Ε.Ε, προσπάθεια εμπλοκής του ΝΑΤΟ στη Συρία) αποθαρρύνουν το Ισραήλ από τη σκέψη να δημιουργήσει στενότερους δεσμούς με την Άγκυρα.
Το αντι-ιρανικό μέτωπο, που είναι πλέον πιο πολύπλοκο
Η ιστορική συμφωνία ανάμεσα στη Δύση και το Ιράν, έχει ανοίξει το διάδρομο ευκαιριών για την Τεχεράνη, προκειμένου να αυξήσει την επιρροή της στην ευρύτερη περιοχή. Τα υπαρξιακά ζητήματα που έλαβαν χώρα στο Ισραήλ μετά από τις απειλές του Ιράν κατά την εποχή Αχμεντινετζάντ, δεν αναμένεται να επαναληφθούν στο μέλλον καθώς το Ιράν, «επανακοινωνικοποιείται» εντός της διεθνούς κοινότητας. Η Τεχεράνη, επιθυμεί να σχεδίασει μια ενεργειακή πολιτική που θα αποφέρει οικονομική ανάπτυξη στη χώρα και θα προσπαθήσει να αποφύγει κατά μέτωπον συγκρούσεις με τον δυτικό κόσμο, ιδιαίτερα αν δυνάμεις όπως οι ΗΠΑ, θεωρούν πως μια ιρανική επιρροή στην περιοχή, θα βοηθούσε την προώθηση των αμερικανικών συμφερόντων στην ευρύτερη περιοχή της Ευρασίας.
Επιπρόσθετα, τα συμφέροντα μεταξύ Ιράν και Ρωσίας, συγκλίνουν αυτή τη στιγμή στο ζήτημα της Συρίας. Μακροπρόθεσμα, αυτή η σύγκλιση, δε φαίνεται να έχει την ίδια ισχύ για δύο λόγους. Πρώτον, η Μόσχα με την επέμβασή της στη Συρία, διεκδικεί μερίδιο επιρροής για την όποια επόμενη μέρα προκύψει στη Συρία. Δεύτερον, το Ιράν θα αξιοποιηθεί πιθανότατα από τη Δύση ως εναλλακτική πηγή ενεργειακής τροφοδοσίας για την Ευρώπη, έτσι ώστε, να μειωθεί σε μεγάλο βαθμό η ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης από τη Ρωσία. Επομένως,  είναι πολύ δύσκολο να προχωρήσει το Ισραήλ σε μια «αντι-ρωσική συμμαχία» με την Τουρκία, καθώς οι ρωσο-ιρανικές σχέσεις θα καθίστανται (με μακροπρόθεσμη οπτική) μειούμενες λόγω της συμφωνίας του Ιράν με τη Δύση.
Δύσκολη περίοδος για να είσαι «σύμμαχος» της Τουρκίας
Στον κόσμο των διεθνών σχέσεων, υφίσταται το εξής παράδοξο: Μολονότι τα κράτη προβαίνουν σε βραχυπρόθεσμες συμμαχίες, πριν προβούν σε αυτές, υπολογίζουν τις προοπτικές μακροπρόθεσμων συμμαχιών. Αυτό το παράδοξο, περιέχει λογική καθώς τα κράτη, επιδιώκουν τη διάρκεια και πάραταση της επιβίωσής τους. Ένα –έστω και- προσωρινό «συμβόλαιο» μεταξύ δύο κρατών, δε διαμοιράζει μόνο τις προοπτικές που εξασφαλίζονται από το win-win. Μαζί με τις προοπτικές, διαμοιράζονται και τα προβλήματα που το κάθε ένα ξεχωριστά, αντιμετωπίζει.
Η Τουρκία, έχει εισέλθει σε μια περίοδο που έχουν παρέλθει οι απλές κριτικές περί «αποτυχίας της νεο-οθωμανικής πολιτικής». Η αντίδραση της Ουάσινγκτον στην είσοδο τουρκικών στρατευμάτων στο Ιράκ, αλλά και η μη ουσιαστική κάλυψη της Τουρκίας από το ΝΑΤΟ μετά την κατάρριψη του ρωσικού αεροσκάφους, έχουν δημιουργήσει υπαρξιακές συζητήσεις για την Άγκυρα, δεδομένης της εξέλιξης του Κουρδικού ζητήματος. Οι εχθρικές σχέσεις της Τουρκίας με τη Ρωσία, το αντι-τουρκικό μένος που εξαπλώνεται σε Συρία και Ιράκ, οι κακές σχέσεις της Αιγύπτου με την Τουρκία σε συνδυασμό με τη δυτική δυσαρέσκεια για τον τρόπο με τον οποίον πολιτεύονται οι Ερντογάν και Νταβούτογλου στη Μέση Ανατολή, αυξάνουν πολύ το ρίσκο που θα πρέπει να αναλάβει το Ισραήλ για να συναινέσει στην προοπτική μιας ουσιαστικής βελτίωσης των σχέσων με την Τουρκία.
Τέλος, οι λήπτες αποφάσεων στο Τελ Αβίβ, θα συνυπολογίσουν το -ευκαιριακού χαρακτήρα- άνοιγμα της Άγκυρας, το οποίο μάλιστα, έγινε και με όρους από την πλευρά της Τουρκίας που προσπαθεί να διατηρήσει το προφίλ ενός «ισχυρού δρώντα».
Bελτίωση σχέσεων, δε σημαίνει επιστροφή στο σημείο της στρατηγικής συμμαχίας
Προς το παρόν, οι όποιες συζητήσεις γίνονται για ουσιαστική αναθέρμανση των τουρκο-ισραηλινών σχέσεων, δεν μπορούν να στηριχθούν σε κάποια σταθερά δεδομένα. Η περιστασιακού τύπου πολιτική της Άγκυρας, έχει έντονα στοιχεία της τακτικής του αντιπερισπασμού. Το Ισραήλ, είναι δύσκολο να συμφωνήσει ώστε να γίνει μέρος αυτού του αντιπερισπασμού, δεδομένων των περιορισμών που λαμβάνονται υπόψιν από την ίδια την υψηλή στρατηγική του Ισραήλ. Και από τις δύο πλευρές, η συμφωνία χαρακτηρίζεται ως προκαταρκτική – χαρακτηρισμός που στη διπλωματική γλώσσα έχει μεγάλη σημασία. Το Ισραήλ, φαίνεται δυσαρεστημένο από τη Δύση και ιδιαίτερα από τις ΗΠΑ που δεν αφουγκράζονται τους φόβους του για το Ιράν και αυτή η δυσαρέσκεια, έπαιξε το δικό της ρόλο στην απόφαση του Μπέντζαμιν Νεντανιάχου. Με όρους αγοράς, θα μπορούσαμε να πούμε πως το Ισραήλ, πέτυχε σε «τιμή ευκαιρίας» την Τουρκία καθώς τα προβλήματα που αντιμετωπίζει στην περιοχή, είναι σημαντικά.
Από την άλλη πλευρά, η Τουρκία, δεδομένης της απομόνωσης στην οποία έχει εισέλθει λόγω της άφρονος πολιτικής της στη Μέση Ανατολή, βρίσκει στο Ισραήλ μια προσωρινή διέξοδο. Οι δεσμεύσεις απέναντι στον αραβικό κόσμο, καθιστούν έως και επικίνδυνη μια εμβάθυνση των σχέσεών της με το Τελ Αβίβ. Δεν είναι τυχαίο πως ο τουρκικός όρος για αυτήν την προσπάθεια αναθέρμανσης, είναι η δημιουργία ταμείου για την αποζημίωση των θυμάτων του στολίσκου.
Άλλωστε, οι παραπάνω λόγοι εξηγούν σε ικανοποιητικό βαθμό την επιλογή του Ισραήλ να ισχυροποιήσει προσεκτικά τους δεσμούς της με την Ελλάδα και την Κύπρο (και σε ένα βαθμό με την Αίγυπτο) που δεν έχουν εμπλοκή στα όσα διαδραματίζονται στην ευρύτερη περιοχή και εξασφαλίζουν στρατηγικό βάθος στο Ισραήλ στη Δύση.
*Υποψήφιος Διδάκτορας Διεθνών Σχέσεων στο Παν/μιο Πελοποννήσου - συντονιστής στο Παρατηρητήριο Ανατολικής Μεσογείου στον Τομέα Ρωσίας Ευρασίας και Νοτιοανατολικής Ευρώπης (ΤΟ.ΡΕ.ΝΕ)
http://www.liberal.gr/

0 σχόλια