Βαθύς σκεπτικισμός για την πορεία της Ευρώπης

Μεγάλοι οικονομικοί και γεωπολιτικοί κίνδυνοι για την Ελλάδα 

Γράφει ο Περικλής Νεάρχου 
Πρέσβυς ε.τ. 


Που πάει η Ευρώπη; Ένα σύμβολο των πολιτικών και της αποτυχίας της είναι σήμερα η Ελλάδα. Η επίρριψη ευθυνών στη χώρα μας και η προπαγάνδα ότι για όλα φταίνε οι εσωτερικές αδυναμίες της, η πολιτική της κακοδαιμονία και οι αποτυχημένοι πολιτικοί της, συγκάλυψαν για ένα διάστημα τις ευθύνες της Ευρώπης. Είναι, δυστυχώς, τόσο μνημειώδης η ολέθρια πολιτεία του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Έπειτα όμως από έξι χρόνια εφαρμογής ευρωπαϊκών προγραμμάτων «διασώσεως» και εκβιαστική επιβολή πολιτικών και «δομικών μεταρρυθμίσεων», τα πράγματα είναι σαφή.


Η Ευρώπη, έχοντας ταυτισθεί μέσω των Συνθηκών της, από τη δεκαετία του ’90 με την άκρατη παγκοσμιοποίηση και τον ακραίο οικονομικό φιλελευθερισμό, επιδιώκει την επιβολή των πολιτικών που εμπνέονται από τις αρχές αυτές σε όλες τις χώρες μέλη της. Η κρίση στην Ελλάδα αντιμετωπίσθηκε μέσα από αυτό το πρίσμα. Ως μία ευκαιρία, δηλαδή, για την επιβολή αυτής της νέας τάξεως σε μία χώρα που είχε ακόμη έναν σημαντικό δημόσιο τομέα και μεικτή οικονομία. Την τελευταία τη θεωρούσαν ως αυτονόητη και την υπεστήριζαν όλες σχεδόν οι εγχώριες πολιτικές δυνάμεις. Η ίδια η Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Καραμανλή ήταν προσηλωμένη στην αρχή της μεικτής οικονομίας και στην ανάγκη ο δημόσιος τομέας και το κράτος να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην οικονομία, ιδιαίτερα δε στην αναπτυξιακή στρατηγική. 

Επιπλέον, ο δημόσιος τομέας και γενικά η εθνική περιουσία αντιμετωπίσθηκαν από τους δανειστής ως η μόνη χειροπιαστή εγγύηση που ήταν δυνατό να εξασφαλισθεί για το δημόσιο χρέος. Κατεβλήθη γι αυτό, από την αρχή της κρίσεως και το πρώτο Μνημόνιο, κάθε προσπάθεια η περιουσία αυτή να υποθηκευθεί και να δεσμευθεί και η εκποίησή της να παρουσιασθεί ως μεγάλη «δομική μεταρρύθμιση» για την έξοδο από την κρίση.

Σήμερα βιώνουμε τα αποτελέσματα της πολιτικής αυτής. Ήρθαν οι «επενδυτές» και πήραν το χρηματοπιστωτικό σύστημα της χώρας, με τη μορφή των τεσσάρων συστημικών τραπεζών, αντί πινακίου φακής. Στο χαρτοφυλάκιο των τραπεζών αυτών βρίσκονται στα δάνεια όλων των ελληνικών επιχειρήσεων και το ελληνικό επιχειρείν, η γη των αγροτών, τα ακίνητα των Ελλήνων πολιτών, τα δάνεια, ακόμη, ενός σημαντικού μέρους της ναυτιλίας. Η χώρα δεν έχει τον έλεγχο του νομίσματός της και του Χρηματιστηρίου της. Πλέον δεν έχει και κανέναν εθνικό έλεγχο πάνω στο χρηματοπιστωτικό της σύστημα.

Σε εφαρμογή το σχέδιο «Treuhand»

Πολύ χειρότερα ακόμη, η καταστροφή των μετόχων των τραπεζών της, ακόμη και μεγαλομετόχων, καταστρέφει την τραπεζική πίστη, που αποτελεί το θεμέλιο για τον χρηματοπιστωτικό τομέα και την εθνική οικονομία. Προηγήθηκε, μερικά χρόνια πριν, το «κούρεμα» των μικρομετόχων. Ήρθε τώρα η καταστροφή των μετόχων. Κυρίαρχα στις «ελληνικές» τράπεζες είναι τώρα ξένα κερδοσκοπικά fund.

Ακολούθησε από κοντά η έλευση άλλων «μεγάλων επενδυτών». Η γερμανική Fraport πήρε για σαράντα χρόνια πακέτο 14 αεροδρομίων. Μεταξύ αυτών, αεροδρόμια τεράστια στρατηγικής και τουριστικής σημασίας για τη χώρα: τα αεροδρόμια Θεσσαλονίκης, Καβάλας, Χανίων, Κέρκυρας, Μυκόνου, Ζακύνθου, Κω, Λέσβου, Χίου. Αντίτιμο εξαγοράς, 1,3 δισ. ευρώ!
Γιατί έπρεπε να ξεπουληθούν τα αεροδρόμια της χώρας; Γιατί ήταν επιταγή του «κουαρτέτου» και γιατί δήθεν οι ξένοι εκμισθωτές ανέλαβαν την υποχρέωση να τα εκσυγχρονίσουν και να τα βελτιώσουν. Όταν όμως τα παραπάνω αεροδρόμια δέχονται εκατομμύρια επισκέπτες κάθε χρόνο, ο καθένας αντιλαμβάνεται ότι δεν θα ήταν καθόλου δύσκολο να συνδεθεί ο εκσυγχρονισμός τους με μία μικρή επιβάρυνση, με τη μορφή ενός προσωρινού και ανταποδοτικού φόρου αεροδρομίου. Τα πρόσθετα κέρδη από τον εκσυγχρονισμό και την βελτίωση της λειτουργίας τους θα αντιστάθμιζαν την οποιαδήποτε προσωρινή επιβάρυνση, θα ενίσχυαν τα έσοδα του κράτους και θα διατηρούσαν τον εθνικό έλεγχο πάνω σε στρατηγικές δομές της χώρας, όπως είναι τα αεροδρόμια.

Από κοντά εξαγγέλλονται και προωθούνται κι άλλες στρατηγικές ιδιωτικοποιήσεις, όπως τα λιμάνια της χώρας, το σιδηροδρομικό δίκτυο, η ενέργεια, η υδατοπρομήθεια –κάθε δομή γενικά που έχει στρατηγικό χαρακτήρα και ταυτίζεται με την ιδέα του κράτους και της δημόσιας υπηρεσίας. Στον τομέα των «δομικών μεταρρυθμίσεων», το «κουαρτέτο» επιμένει στη γνωστή πολιτική της παραπέρα μειώσεως των μισθών και των συντάξεων, που υποβιβάζει την Ελλάδα στο επίπεδο των γειτονικών της κρατών και των πρώην χωρών του Υπαρκτού Σοσιαλισμού των Βαλκανίων και της Ανατολικής Ευρώπης.

Στο πνεύμα αυτό, κεντρικό ρόλο κατέχει το περίφημο Υπερταμείο, το οποίο θα αντικαταστήσει το ΤΑΙΠΕΔ. Εάν οι τέσσερις συστημικές τράπεζες της χώρας εξαγοράσθηκαν με 5 δισ. ευρώ, που δεν καλύπτουν ούτε την αξία των ακινήτων της Εθνικής Τράπεζας μόνο στην περιοχή των Αθηνών, αντιλαμβάνεται κανείς τι πρέπει να πουληθεί για να συμπληρωθούν τα απαιτούμενα 50 δισ. που πρέπει συνολικά να τεθούν υπό τον έλεγχο του Ταμείου. Προφανώς επιδιώκεται η υποθήκευση του συνόλου σχεδόν της εθνικής περιουσίας, περιλαμβανομένων των μελλοντικών πόρων από την εκμετάλλευση των πιθανολογούμενων ενεργειακών κοιτασμάτων.

Προβάλλεται ως δόλωμα για την εφαρμογή της πολιτικής αυτής η ενδεχόμενη απομείωση του δημοσίου χρέους μετά την εκπλήρωση όλων των προαπαιτουμένων. Μετά, δηλαδή, το πλήρες ξεπούλημα του εθνικού πλούτου της χώρας. Οι γερμανοί ηγέτες μιλούν απροκάλυπτα για εφαρμογή στην Ελλάδα του σχεδίου Treuhand, που εφάρμοσαν στην Ανατολική Γερμανία για το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας. Η Ελλάδα έσπευσε να ενταχθεί στην Ευρωζώνη προκειμένου να καταστεί μέρος του σκληρού ευρωπαϊκού πυρήνα. Σήμερα όμως μετατάσσεται απροκάλυπτα στην κατηγορία των περιφερειακών ευρωπαϊκών χωρών, που προορίζονται να αποτελέσουν ελεγχόμενη ζώνη φθηνού κόστους παραγωγής. Η ζώνη αυτή θα είναι συμπληρωματική και υποβοηθητική της διεθνούς ανταγωνιστικότητας του ευρωπαϊκού πυρήνα και ειδικότερα της Γερμανίας.

Σε ελεγχόμενη χρεοκοπία, χωρίς αναπτυξιακή στρατηγική

Στο οικονομικό επίπεδο, η χώρα έξι χρόνια μετά την εισαγωγή του πρώτου Μνημονίου, παραμένει καθηλωμένη στην κλίνη του Προκρούστη, χωρίς συγκεκριμένη προοπτική εξόδου από την κρίση και αναπτυξιακή στρατηγική. Η υποτιθέμενη «στρατηγική» εξαντλείται στην αναμονή των ξένων κυρίως επενδυτών, που αναζητούν ευκαιρίες όπως οι ελληνικές τράπεζες και τα ελληνικά αεροδρόμια, και στην επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων και των «δομικών μεταρρυθμίσεων», που κυριολεκτικά ξεθεμελιώνουν κάθε δομή εθνικής οικονομίας. Υποβιβάζουν επίσης τις αμοιβές, τις συντάξεις και το επίπεδο ζωής και κοινωνικής προστασίας σε επίπεδο που δεν μπορούσε ούτε στους χειρότερους εφιάλτες του να φαντασθεί ο μέσος Έλληνας. Ο οποίος, αντιθέτως, είχε μεγάλες ελπίδες και προσδοκίες από την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ευρώ. Σήμερα, ωστόσο, διαπιστώνει ότι η χρεοκοπία της χώρας είναι εδώ. Συντελείται όμως με συντεταγμένο και ελεγχόμενο τρόπο, ώστε να μην προκαλέσει προβλήματα στην υπόλοιπη Ε.Ε. και το ευρώ. Αυτός ήταν εξαρχής ο στόχος της γερμανικής ηγεσίας, που επικέντρωσε την προσοχή της στο ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας.

Η Ελλάδα σε άλλες περιόδους κρίσεως είχε υπό τον έλεγχό της τους απαραίτητους μοχλούς μίας ανορθωτικής πολιτικής. Τη νομισματική, δηλαδή, πολιτική, τις δημόσιες επενδύσεις, την προστασία της αγοράς της με δασμολογικά μέτρα και έλεγχο των συνόρων της. Σήμερα υπόκειται στο καθεστώς των ανοικτών αγορών, που δεν αφορούν, άλλωστε, μόνο στις ευρωπαϊκές, αλλά και στις αγορές όλου σχεδόν του κόσμου. Επιπλέον, δεν έχει το δικό της νόμισμα. Δεν μπορεί να ασκήσει ούτε περιορισμένη προστατευτική πολιτική, για να ανακόψει τις εισαγωγές και να στηρίξει την εθνική της παραγωγή, ούτε πολιτική δημοσίων επενδύσεων, για να υποκινήσει την ανάπτυξη και να ενισχύσει την απασχόληση.

Οι εθνικές αναπτυξιακές πολιτικές δεν έχουν υποκατασταθεί από αντίστοιχες ευρωπαϊκές λόγω του γεγονότος ότι η πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης έμεινε μετέωρη. Έχουμε μόνο ενοποίηση των αγορών. Η ενοποίηση όμως των αγορών δεν μπορεί και δεν πρέπει να υποκαταστήσει την πολιτική Ένωση. Ο λόγος είναι προφανής. Η «ισότητα» της αγοράς δίνει το πλεονέκτημα στον ισχυρότερο και αποτελεί τη χειρότερη μορφή ανισότητας, όπως έλεγε ο Αριστοτέλης. Το ίδιο επανέλαβε, με άλλα λόγια, πολύ αργότερα και ο Ρουσσώ, στο «Κοινωνικό Συμβόλαιο», λέγοντας ότι «η αγορά υποδουλώνει, ο νόμος ελευθερώνει». Ο νόμος είναι η πολιτική, που έρχεται να θέσει όρους και να αντισταθμίσει τους συσχετισμούς της ελεύθερης αγοράς, οι οποίοι ευνοούν την ηγεμονία του ισχυροτέρου.

Ο εφιάλτης της λαθρομεταναστεύσεως και η Ε.Ε.

Το οικονομικό αδιέξοδο και ο ξένος οικονομικός έλεγχος που μας επιβάλλεται, με ψευδείς παραστάσεις, ισχυρισμούς και ιδεολογήματα για έξοδο από την κρίση, νέου τύπου δήθεν αναπτυξιακό μοντέλο και απομείωση του χρέους, συνδυάζονται με εθνικούς και γεωπολιτικούς κινδύνους για τη χώρα. Η ίδια η οικονομική αποδυνάμωσή της, που επηρεάζει την αμυντική και την εξωτερική πολιτική, αυξάνει από μόνη της τους κινδύνους, ειδικότερα στα εθνικά θέματα και τη γεωπολιτική θέση της χώρας.

Στα γνωστά όμως εθνικά θέματα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα έχει προστεθεί από χρόνια ένα νέο, οι διαστάσεις και οι κίνδυνοι του οποίου συγκαλύπτονταν και υποτιμούνταν για πολύ καιρό. Πρόκειται για το θέμα της λαθρομεταναστεύσεως, που έχει επισκιασθεί προσφάτως από το θέμα των προσφύγων της σπαρασσόμενης Συρίας. Το θέμα αυτό άρχισε να προσλαμβάνει μεγάλες διαστάσεις από τη δεκαετία του ’90, από την οποία χρονολογείται και η κατάρρευση της Σοβιετικής Ενώσεως και παραλλήλως η παγκοσμιοποίηση. Η τελευταία συνέπεσε –και αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο- με τη μεγάλη στροφή της Ευρωπαϊκής Ενώσεως προς τον οικονομικό νεοφιλελευθερισμό, γιατί ακριβώς αυτός συμβαδίζει με την παγκοσμιοποίηση. Είναι ομοούσιος.

Η κυβέρνηση Σημίτη στην Ελλάδα έσπευσε να αναλάβει ρόλο «πρωτοπορίας» στην Ευρώπη, απηχώντας την ξένη εξάρτηση και την ιδεολογική υποτέλεια σε ξένα κέντρα. Στο πνεύμα αυτό, άρχισε να διακηρύσσει ότι «η Ελλάδα πρέπει να γίνει πολυπολιτισμική» και ανέλαβε πρωτοβουλία να καταστήσει τα θέματα μεταναστεύσεως που ήταν μέχρι τότε εθνικής αρμοδιότητας και ευρωπαϊκής αρμοδιότητας. Το 2003 ε την ευκαιρία της Ελληνικής Προεδρίας, προώθησε τις δύο πρώτες ευρωπαϊκές οδηγίες μεταναστευτικής πολιτικής. Συγκεκριμένα, για τους «επί μακρόν διαμένοντες μετανάστες» και για την «οικογενειακή επανένωση».

Με την πρώτη Οδηγία καθοριζόταν ως ευρωπαϊκή πολιτική η απόδοση όλων των δικαιωμάτων των Ευρωπαίων πολιτών στους αλλοδαπούς μετανάστες μετά τη συμπλήρωση πέντε χρόνων συνεχούς παραμονής. Με την ίδια Οδηγία αφηνόταν στην κυβέρνηση της κάθε χώρας – μέλους η διακριτική ευχέρεια να αποδώσει στους επί μακρόν διαμένοντες και δικαίωμα συμμετοχής στις εκλογές της Τοπικής Αυτοδιοικήσεως. 
Με τη δεύτερη Οδηγία καθοριζόταν ότι όλοι όσοι κατακτούσαν το καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος μετανάστη μπορούσαν να ζητήσουν την οικογενειακή επανένωση. Την ελεύθερη, δηλαδή, είσοδο και παραμονή στη χώρα των μελών της οικογένειάς τους.

Τα μέτρα αυτά είναι λογικά και ανθρώπινα στην περίπτωση μίας νόμιμης μεταναστεύσεως. Η κάθε χώρα συνυπολογίζει τότε τα μέτρα αυτά στη μεταναστευτική της πολιτική. Η κατάσταση όμως είναι πολύ διαφορετική όταν πρόκειται για λαθρομετανάστευση. Αντί τα μέτρα αυτά να ανακόπτουν το κύμα λαθρομεταναστεύσεως, στέλνουν αντίθετα μηνύματα και το τρέφουν και το πολλαπλασιάζουν.

Όλες, δυστυχώς, οι κυβερνήσεις που ακολούθησαν συνέχισαν την ίδια ή παραπλήσια πολιτική. Το πρόβλημα γιγαντώθηκε και αποτελεί σήμερα γεωπολιτικό όπλο στα χέρια της Άγκυρας. Οι συνέπειές του δεν αφορούν, άλλωστε, μόνο στους κινδύνους που προέρχονται από τη λαθρομετανάστευση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, με επικεφαλής τη Γερμανία, αντιμετωπίζοντας σήμερα με δέος ένα πρόβλημα που δεν έχει αρχή και τέλος και προκαλεί τεράστιες αντιδράσεις, προσφέρει κυριολεκτικά γη και ύδωρ στην Τουρκία γα να συνεργασθεί στην αναχαίτιση του κύματος των προσφύγων και λαθρομεταναστών επί των ακτών της. Η Άγκυρα δεν χάνει όμως την ευκαιρία να ζητήσει ανταλλάγματα. Ανταλλάγματα, που αφορούν μεταξύ άλλων, στην ενταξιακή της πορεία, στις βλέψεις της στο Αιγαίο και στις επιδιώξεις της στην Κύπρο.

Κίνδυνος για τα εθνικά μας δικαιώματα στο Αιγαίο

Οι ελληνικές κυβερνήσεις που ανέτρεψαν στο παρελθόν την ελληνική πολιτική σχετικά με την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, προέβαλαν ως επιχείρημα ότι η Ελλάδα θα αξιοποιούσε το άνοιγμα και το κλείσιμο κάθε κεφαλαίου, για να επιτύχει, με ευρωπαϊκή υποστήριξη, αλλαγές στην τουρκική πολιτική, που θα συνέβαλλαν στην επίλυση των ελληνοτουρκικών προβλημάτων. Η Ελλάδα έσπευσε επίσης να ενταχθεί στον κοινό χώρο Σένγκεν, με την ελπίδα ότι τα ελληνικά σύνορα θα αναγνωρίζονταν πλέον ως ευρωπαϊκά και ότι θα αυτό θα ενίσχυε την ελληνική θέση.

Με αφορμή όμως το κύμα των προσφύγων και λαθρομεταναστών, παρακολουθούμε σήμερα την προσπάθεια της Άγκυρας να χρησιμοποιήσει το θέμα αυτό ως τορπίλη κατά των ελληνικών θέσεων, για να ανοίξει τον δρόμο στη συνδιαχείριση του Αιγαίου και στην αφαίρεση από την Ελλάδα, μέσω Ευρώπης, του εθνικού της ρόλου και της εθνικής κυριαρχίας της στον στρατηγικό έλεγχο του αιγαίου.

Το θέμα έχει ύψιστη σημασία γιατί έχει άμεση σχέση με την ένταση στις ρωσοτουρκικές σχέσεις. Ασκούνται παρασκηνιακές πιέσεις από τις ΗΠΑ στην Ευρωπαϊκή Ένωση να προωθήσει την προσέγγιση και τις σχέσεις με την Άγκυρα και να ενισχύσει την παρουσία και τον έλεγχό της στο Αιγαίο με αφορμή το θέμα των λαθρομεταναστών. Η ενίσχυση των σχέσεων με την Τουρκία εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο γεωπολιτικού ανταγωνισμού των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ με τη Ρωσία. Στο ίδιο πλαίσιο, προωθούνται οι σχέσεις της ΕΕ με την Ουκρανία. Τουρκία και Ουκρανία αντιμετωπίζονται, μέσα από το πρίσμα αυτό, ως δύο πολύ σημαντικά κεφάλαια του γεωπολιτικού δυναμικού που αντιπαρατίθεται στη Ρωσία.

Σε ό,τι αφορά ειδικότερα στην Κύπρο, η Ευρωπαϊκή Ένωση, με επιστολή του ίδιου του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, έσπευσε να υποσχεθεί στην Άγκυρα το άνοιγμα, στις αρχές του 2016, των πέντε κεφαλαίων που έχει παγώσει η Κύπρος ως αντίδραση στην άρνηση της Άγκυρας να εφαρμόσει τις κυπρογενείς υποχρεώσεις που ανέλαβε κατά το άνοιγμα των ενταξιακών της διαπραγματεύσεων. Σε δηλώσεις του, ο κ. Γιούνκερ άφησε να νοηθεί ότι επίκειται η «λύση» του Κυπριακού κατά τους προσεχείς μήνες και πως για τον λόγο αυτό δεν θα υπάρξει πρόβλημα με το βέτο της Κύπρου. Ποιος μετέφερε τις «πληροφορίες» αυτές στον Ευρωπαίο επίσημο; Ο ειδικός αντιπρόσωπός του γ.γ. του ΟΗΕ, Έσπεν Μπαρθ Άιντε, ο οποίος συμπεριφέρεται κυριολεκτικά ως «ατζέντης» της Άγκυρας.

Μεγάλες ευθύνες για τη δημιουργία του επίπλαστου αυτού κλίματος αισιοδοξίας έχει, βεβαίως, και ο ίδιος ο Κύπρος πρόεδρος, Νίκος Αναστασιάδης. Ο τελευταίος έφτασε στο σημείο να αναφερθεί στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ σε «κοινό όραμα» με τον τουρκοκύπριο ηγέτη, Μουσταφά Ακιντζί. Το δυστύχημα γι αυτόν και τον κυπριακό λαό είναι ότι ο Ακιντζί δεν έχει κάποιο διαφορετικό όραμα από εκείνο του τούρκου πρωθυπουργού Νταβούτογλου και του τούρκου προέδρου Ερντογάν.

Μεγάλες ευθύνες έχει επίσης ο Κύπριος υπουργός Εξωτερικών, Ιωάννης Κασουλίδης, ο οποίος, με αφορμή τις διακοινοτικές διαπραγματεύσεις, άφησε τον Έσπεν Μπαρθ Άιντε κυριολεκτικά να αλωνίζει στα διεθνή fora και να «ενημερώνει» ότι είναι επί θύραις η «λύση» του Κυπριακού. Υπό τους όρους αυτούς, εάν δεν λυθεί, η ευθύνη θα επιρριφθεί στην ελληνική πλευρά, προς την οποία ασκούνται ήδη ευρωπαϊκές πιέσει να μην παρεμβάλει εμπόδια στην προσέγγιση με την Τουρκία και στην αντιμετώπιση του μεγάλου προβλήματος των προσφύγων και λαθρομεταναστών με τη συνεργασία τη γείτονος.

Η πλειοδοσία και ο υπερακοντισμός των ελληνικών κυβερνήσεων στο θέμα της λαθρομεταναστεύσεως πληρώνονται ήδη ακριβά στο επίπεδο της εξωτερικής πολιτικής, των ζωτικών στρατηγικών συμφερόντων της χώρας και των εθνικών της θεμάτων. Αυτή όμως είναι η μία ακόμη όψη του θέματος. Η άλλη είναι ο κίνδυνος εθνικής αποδομήσεως και αλλοτριώσεως της χώρας, με τη διάσπαση της εθνικής και κοινωνικής της συνοχής, με την εγκατάσταση μαζικών μουσουλμανικών πληθυσμών.

Η ιδέα της Ενωμένης Ευρώπης ήταν φυσικό να προκαλέσει ενθουσιασμό στον ελληνικό λαό και να γεννήσει μεγάλες ελπίδες και προσδοκίες. Από τραγικά λάθη, πολιτική ανεπάρκεια και ιδεολογική υποτέλεια των κυβερνήσεών της, αλλά και από την μετάλλαξη που υπέστη η Ευρώπη με την ταύτισή της με την παγκοσμιοποίηση και –στο γεωπολιτικό πεδίο- με τον Ατλαντισμό, η Ελλάδα κινδυνεύει να πληρώσει βαρύ τίμημα για την σημερινή πορεία της Ένωσης. Χρειάζεται επειγόντως να συνειδητοποιήσει αυτή την κατάσταση και να πάρει μέτρα, στο πλαίσιο μίας εθνικής στρατηγικής, που να έχει ως άξονα τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα και το ελληνικό εθνικό μέλλον.

Πηγή περιοδικό «Επίκαιρα», τεύχος 319

0 σχόλια