Η Αυτοκρατορική Κοσμοθεωρία Της Τουρκίας Του Ερντογάν


Γράφει ο Μάριος Νοβακόπουλος
Φοιτητής Διεθνών Σπουδών Παντείου
(mnovakopoulos.blogspot.gr)

Ο αμφιλεγόμενος πρόεδρος της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, η πολιτική του και η κοσμοθεωρία του δε χρειάζονται συστάσεις.  Από το 2002 που ανήλθε στην εξουσία, ο ισλαμιστής πολιτικός έχει αλλάξει ριζικά την εσωτερική και εξωτερική εικόνα της Τουρκίας.  Από ένα κοσμικό κράτος, προπύργιο της Δύσης απέναντι στη Μέση Ανατολή και αφοσιωμένο σύμμαχο του ΝΑΤΟ και του Ισραήλ, η νέα Τουρκία τείνει να γίνει κράτος-παρίας, διαρκώς αψηφώντας τις αμερικανικές υποδείξεις, «φλερτάροντας» με τη Ρωσία και επιστρέφοντας στην ισλαμική της παράδοση, επί δεκαετίες περιθωριοποιημένη από την κεμαλική ιδεολογία.  Ενώ αρχικά η διακυβέρνηση Ερντογάν φάνηκε να προχωρά σε εκδημοκρατισμό της χώρας (κυρίως εξαρθρώνοντας το στρατιωτικό κατεστημένο) και σε πρόσδεση της με την ΕΕ, στη συνέχεια άσκησε πολιτική περιστολής των πολιτικών ελευθεριών.


Οι αυταρχικές τάσεις του Ερντογάν, η επίκληση της οθωμανικής κληρονομιάς και ο επεκτατισμός του εις βάρος των γειτονικών κρατών έχει κάνει τους πολεμίους του να του προσάψουν τον τίτλο του «σουλτάνου».  Ο σκωπτικός αυτός χαρακτηρισμός (συχνά συνοδευόμενος από γελοιογραφίες του με τουρμπάνι και βασιλικά καφτάνια) ανοίγει όμως ένα πολύ καλό ιστορικό παράθυρο στην τουρκική ιστορία και την ταυτότητα του πολιτικού ισλαμισμού.  Απλά δεν είναι τόσο δόκιμος:  ο Ερντογάν δεν θέλει να γίνει σουλτάνος, αλλά χαλίφης και αυτοκράτορας.

Ποια είναι η διαφορά;  Πρώτα απ’ όλα μια αναδρομή.  Όπως οι περισσότεροι μεγάλοι βασιλείς, έτσι και ο Οθωμανός αυτοκράτορας είχε έναν πομπώδη τίτλο, γεμάτο από εντυπωσιακά ονόματα και έναν εξαντλητικό κατάλογο των κτήσεων του.  Ο «σουλτάνος» είναι αραβο-τουρκικός όρος με στρατιωτικές και (εμμέσως) θρησκευτικές προεκτάσεις, αντίθετα με τον «μαλίκ», βασιλέα, με πιο πολιτικό και κοσμικό περιεχόμενο.  Σουλτάνο σήμερα έχει το Ομάν, το Μπρουνέι και κάποια υποκρατικά μορφώματα στη νοτιοανατολική Ασία.  Ο Οθωμανός αφέντης ήταν «σουλτάνος των σουλτάνος», «χαν των χαν» (μογγολικός τίτλος) και «παντισάχ» (περσικός), μαζί με «καίσαρας των Ρωμαίων», συνεχιστής του Βυζαντίου.  Ήταν δηλαδή η ανώτατη πολιτική αρχή του κόσμου, «κύριος των ηπείρων και των θαλασσών».  Επιπλέον, ήδη από την κατάληψη της Αδιρανουπόλεως το 1362 ο σουλτάνος διεκδικούσε τον τίτλο του χαλίφη, πολιτικο-θρησκευτικού ηγέτη των πιστών μουσουλμάνων (ούμα, κοινότητα) ως διαδόχου του προφήτη.  Με την κατάληψη της Αιγύπτου και των ιερών πόλεων Μέκκας και Μεδίνας το 1517 η θέση αυτή επισημοποιήθηκε.  Η ιδιότητα του σουλτάνου ως χαλίφη τονίστηκε ιδιαίτερα από τον ηγέτη-πρότυπο του Ερντογάν, Αμποτύλ Χαμίτ B’ (1876-1909).

Η Τουρκία, όπως αποτυπώνεται εμμέσως πλην σαφώς στο έργο του Αχμέτ Νταβούτογλου (πρώην υπουργού εξωτερικών και πρωθυπουργού του Ερντογάν και θεωρητικό του τουρκικού ισλαμισμού), δεν θέλει απλά να γίνει μεγάλη δύναμη. αλλά αυτοκρατορία.  Ο όρος μπορεί να μοιάζει πεπαλαιωμένος, και όχι άδικα.  Δεν υπάρχουν αυτοκρατορίες σήμερα:  μόνο η Ιαπωνία έχει αυτοκράτορα, αλλά οι αρμοδιότητες του είναι τόσο ασήμαντες που το ίδιο το κράτος δεν φέρει όνομα που να υποδεικνύει την ύπαρξη του.  Ο τελευταίος αυτοκράτορας με πραγματική εξουσία, ο Χαϊλέ Σελασιέ της Αιθιοπίας, ανατράπηκε από τους κομουνιστές το 1974.  Σήμερα η λέξη «αυτοκρατορία» στον πολιτικό χώρο δηλώνει το αυταρχικό, επεκτατικό κράτος (χρησιμοποιείται και στις επιχειρήσεις, και πάλι για να υποδηλώσει μεγάλο πλούτο και απόλυτη κυριαρχία σε ένα χώρο).  Αυτοκρατορία όμως δεν είναι απλώς ένα μεγάλο κράτος, μια χώρα με σημαντική έκταση και εξουσία.  Πάνω από όλα είναι ιδέα και τάξη πραγμάτων.  Διαχρονικά αποτελούσε σύστημα νομιμότητος και ιεραρχίας, στενά συνδεδεμένο με την ίδια την ουσία της οργανωμένης, πεπολιτισμένης ανθρωπότητας, το πεπρωμένο της και την φύση του ανθρώπου ως κοινωνικού ζώου.    Η αυτοκρατορία είναι η κατ’ εξοχήν μορφή κοινωνικής οργάνωσης, συχνά δε με αναφορές στη μεταφυσική τάξη, εκλεκτό δημιούργημα, τοποτηρητής ή αντανάκλαση του θείου.  Αναγνωρίζει τι είναι ορθό και νόμιμο στη διεθνή σφαίρα, κρατά τις ισορροπίες, επιβάλλει αξίες.  Κάθε τι πέρα από εκείνην είναι μη-υπαρκτό, βάρβαρο, στο περιθώριο.

Σήμερα μόνο οι ΗΠΑ αποτελούν μία ιδιότυπη αυτοκρατορία.  Πέρα από την εντυπωσιακή δύναμη τους (διότι για να ορίζεις τους κανόνες του συστήματος πρέπει να μπορείς και να τους επιβάλεις), συνέχουν το παγκόσμιο πλέγμα διεθνών σχέσεων με πολλούς τρόπους.  Έχουν ηγετική θέση στον ΟΗΕ, εκείνες ορίζουν ποια κράτη είναι σεβαστά και ποια «παρίες», προβάλουν προς κάθε κατεύθυνση τις αξίες της ελεύθερης αγοράς και της αστικής δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, του πλουραλισμού κ.α.  Μέσα από διεθνείς οργανισμούς όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, το ΝΑΤΟ κ.α. οι ΗΠΑ επιτηρούν, χειραγωγούν και αστυνομεύουν όλην την υφήλιο, προς μεγάλη δυσφορία των ανταγωνιστικών τους δυνάμεων.  Η αμερικανική κουλτούρα και τρόπος ζωής δε, γνωρίζουν ευρύτατη διάδοση.

Ο τουρκικός ισλαμισμός (μαζί με άλλες εκφράσεις του μουσουλμανικού κινήματος αλλά και λοιπών πολιτικών φιλοσοφιών) προσπαθεί να αμφισβητήσει αυτό το καθεστώς.  Για τον Νταβούτογλου τα δυτικά κανονιστικά πλαίσια (συντηρούμρενα από την Αμερικανική αυτοκρατορία) της «διεθνούς κοινότητας» και του «έθνους-κράτους» είναι ασύμβατα με το ισλάμ, που δεν αναγνωρίζει εθνοφυλετικά όρια και χωρίζει τον κόσμο σε «οίκο του Ισλάμ» και «οίκο του πολέμου».  Η απουσία χαλιφικού θεσμού αποτελεί θεσμική πρόβλημα και θεολογική ανωμαλία για τον μουσουλμανικό κόσμο, αφού το τμήμα της ούμα που ζει εντός του «οίκου του πολέμου» (δηλαδή οι μουσουλμανικές μειονότητες των μη μουσουλμανικών χωρών) μένει πολιτικά ακέφαλο και ακάλυπτο.  Ο Νταβούτογλου επισημαίνει πως «δεν θέλουμε απλά ισλαμοποίηση μεμονωμένων εθνών κρατών αλλά νέα ερμηνεία της παράδοσης ως εναλλακτικού παγκοσμίου συστήματος», για να αποκρουσθεί η νεοαποικιοκρατία και η ομογενοποιητική παγκοσμιοποίηση του δυτικού πολιτισμού.  Η Τουρκία δεν αρκείται στην ισχυροποίηση της και τη δυροφοροποίηση των γειτόνων της.  Θέλει να ξαναγράψει τους κανόνες του παιχνιδιού.

Πρακτικά αυτό εκφράζεται με δύο πρώτους.  Πρώτον η Τουρκία θέλει να δημιουργήσει ένα ενιαίο νομικό πλαίσιο προστασίας των τουρκικών και εν γένει μουσουλμανικών μειονοτήτων στα Βαλκάνια και τη Μέση Ανατολή.  Ανερυθρίαστα ο Νταβούτογλου αναφέρει πως αυτό το σύστημα πρέπει να ορίζει την Τουρκία ως εγγυητή στα πρότυπα της Κύπρου (και όλοι γνωρίζουμε πως κατέληξε αυτό).  Ακόμη εμφανίζεται ως μητέρα-πατρίδα των τουρκογενών εθνών της Κεντρικής Ασίας (μεταξύ άλλων και της μειονότητας των Ουιγούρων της Κίνας), των Τατάρων της Κριμαίας, των Τσετσένων, των Παλαιστινίων αλλά και των κοινοτήτων μουσουλμάνων μεταναστών στη δυτική Ευρώπη.  Δεύτερον η Τουρκία επιδιώκει την οργάνωση του ισλαμικού κόσμου (μέσα από διεθνείς οργανισμούς και λοιπές δομές) με εκείνην ηγέτη, ώστε να έχει μεγαλύτερο πολιτικό βάρος τόσο εκείνη εντός αυτού, όσο και η ούμα έναντι των απίστων (βλ. Δύση).  Το πιο πρόσφατο παράδειγμα ήταν η αστραπιαία αντίδραση του Ερντογάν στη διακήρυξη των ΗΠΑ πως σκοπεύουν να μεταφέρουν την πρεσβεία τους στο Ισραήλ από το Τελ Αβίβ στην Ιερουσαλήμ, συγκαλώντας σύνοδο των μουσουλμανικών χωρών στην Κωνσταντινούπολη για να την καταδικάσει.  Η τουρκική πολιτική σε αυτόν τον τομέα φάνηκε αρχικά να επιτυγχάνει, ιδίως αφού η ρήξη με το Ισραήλ κατέστησε τον Ερντογάν ήρωα στα μάτια των Αράβων.  Όμως ο κακός χειρισμός της Αραβικής Άνοιξης αποξένωσε την Τουρκία από μεγάλο μέρος των χωρών της περιοχής, με κύριο αντίπαλο πλέον την Αίγυπτο.  Επιπλέον η Τουρκία είναι μεν η ισχυρότερη μουσουλμανική χώρα, δεν υπερέχει όμως τόσο επί των άλλων που να μπορεί να επιβάλει την πρωτοκαθεδρία της.  Πέραν της Αιγύπτου, η Σαουδική Αραβία, το Πακιστάν και το Ιράν (για τους σιίτες) διεκδικούν τα ηνία του ισλαμικού πολιτισμού.
Και από αυτό φθάνουμε στο συμπέρασμα:  η Τουρκία δεν μπορεί να γίνει αυτοκρατορία.  Το δυτικό σύστημα κλονίζεται, η ταυτότητα του βρίσκεται σε κρίση, η αμερικανική υπερδύναμη δείχνει σημάδια αναδίπλωσης και εσωστρέφειας, όμως κανείς άλλος δεν μπορεί να διεκδικήσει τέτοια θέση στο διεθνές στερέωμα.  Ακόμη και να γινόταν αυτό, η Τουρκία θα είχε να ανταγωνιστεί κολοσσούς σαν την Κίνα, την Ινδία και τη Ρωσία.  Ακόμη και το Πεκίνο ή η Μόσχα δε φιλοδοξούν να αντικαταστήσουν το υπάρχον παγκόσμιο σύστημα.  Ζητούν να γίνονται σεβαστά τα συμφέροντα τους (ιδίως στον άμεσο γεωγραφικό τους περίγυρο, το «εγγύς εξωτερικό» που λένε οι Ρώσοι), η δε Κίνα σαν πιο ισχυρή διεκδικεί κάποιο είδος συνδιαχείρισης των διεθνών πραγμάτων, χωρίς την παλαιότερη μονομερή, απεριόριστη δράση των ΗΠΑ.  Η Τουρκία λοιπόν είναι ένας αναθεωρητικός δρων, με μέτριες δυνάμεις αλλά πολύ μεγάλες φιλοδοξίες.
Και αυτό την καθιστά πιο τυχοδιωκτική, προκλητική και επικίνδυνη.

0 σχόλια