Brexit και Μπάιντεν απαιτούν μια τολμηρή νέα βρετανική εξωτερική πολιτική

Γράφει ο Nick Timothy

Η μεταπολεμική Βρετανία, δήλωσε κάποτε ένας υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, έχασε μια αυτοκρατορία, αλλά δεν κατάφερε να βρει έναν ρόλο. Τώρα, η Βρετανία του Brexit απέρριψε τον σύγχρονο ρόλο της και πρέπει να αποφασίσει πώς πρέπει να συμπεριφέρεται στη διεθνή σκηνή. Η πιθανή εκλογή του Τζο Μπάιντεν, και η επερχόμενη προθεσμία για τη Βρετανία να συμφωνήσει για τη σχέση της με την Ευρωπαϊκή Ένωση, φέρνουν αυτό το ζήτημα στο προσκήνιο. Η Βρετανία θα αποχωρήσει σύντομα από την ενιαία αγορά και την τελωνειακή ένωση της ΕΕ και οι υπουργοί ανησυχούν ότι ο Μπάιντεν, στην καλύτερη περίπτωση, θα είναι ένας σύμμαχος με μισή καρδιά.

Η αποχώρηση από την ΕΕ αλλάζει αναγκαστικά και διαταράσσει την εμπορική πολιτική και τη διπλωματική στρατηγική της Βρετανίας. Ενώ μια συμφωνία με την ΕΕ είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα επιτευχθεί, το Brexit ήταν εν μέρει μια απόφαση για να ακολουθήσουμε μια ανεξάρτητη εμπορική πολιτική και να αποφασίσουμε το δικό μας μοντέλο οικονομικής ρύθμισης. Την ώρα που μια κοινή εξωτερική πολιτική της ΕΕ παραμένει κάτι μακρινό, η απουσία Βρετανών ηγετών από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα αφήσει τη Γαλλία και τη Γερμανία να κατευθύνουν περισσότερο την ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική και θα ωθήσουν τη Βρετανία να αναζητήσει συμμάχους πέρα από την ήπειρο.

Το Brexit είναι ένας λόγος για τον οποίο οι υπουργοί φοβούνται ότι μια προεδρία Μπάιντεν δε θα κάνει πολλές χάρες στη Βρετανία. Οι Δημοκρατικοί θεωρούν ότι το Brexit έχει στενή σχέση με την προεδρία του Τραμπ. Ο Μπάιντεν πιστεύει ότι η αποχώρηση από την ΕΕ είναι ένα τρομερό λάθος και βλέπει το Παρίσι, το Βερολίνο και τις Βρυξέλλες ως εταίρους στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και στη διαχείριση της Κίνας. Είναι περήφανος για την ιρλανδική καταγωγή του και έχει ήδη απειλήσει τη Βρετανία για λογαριασμό της Ιρλανδίας, λέγοντας ότι δε θα υπάρξει εμπορική συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ηνωμένου Βασιλείου εάν το Brexit θέσει σε κίνδυνο τη Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής.

Ωστόσο, ο φόβος της διπλωματικής απομόνωσης είναι υπερβολικός. Η έχθρα κατά του Brexit και η πικρία των διαπραγματεύσεων εν τέλει θα εξασθενήσουν και θα επιστρέψει σταδιακά η γνώριμη ομαλότητα. Η Βρετανία και οι Ευρωπαίοι - ιδίως η Γαλλία, η οποία έχει διαφορετική θεώρηση για τον κόσμο από τη Γερμανία - θα συνεργαστούν στις κοινές απειλές και ευκαιρίες, με βάση τις διμερείς σχέσεις και τη συμμετοχή σε διεθνείς οργανισμούς, όπως το ΝΑΤΟ και το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών.

Κάτι παρόμοιο θα συμβεί με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι δεσμοί μας έχουν αρκετά βαθιές ρίζες ώστε να ξεπεραστούν οι κακές σχέσεις μεταξύ πρωθυπουργών και προέδρων. Βασίζεται στη γλώσσα, τον πολιτισμό και το εμπόριο, και η σχέση μεταξύ των δύο κυβερνήσεων βασίζεται κυρίως στη συνεργασία μεταξύ των ενόπλων δυνάμεων τους και των υπηρεσιών πληροφοριών. Αυτό θα συνεχιστεί, όπως και η συμμαχία.

Όσον αφορά τις πρώτες προτεραιότητες, η Βρετανία θα έχει μεγαλύτερη βαρύτητα απ' όσο φοβούνται οι απαισιόδοξοι. Ο Μπάιντεν θέλει να επιδείξει μια ανανεωμένη δέσμευση της Αμερικής στον πολυμερισμό και την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής. Το επόμενο έτος, η Βρετανία θα φιλοξενήσει τους G7, όπου σκοπεύει να δημιουργήσει την ομάδα D10, των δημοκρατιών που ανησυχούν για τη δράση της Κίνας, αλλά θα φιλοξενήσει και την επόμενη διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για την κλιματική αλλαγή. Μια σύνοδος κορυφής του ΝΑΤΟ θα υπενθυμίσει ότι η Βρετανία παραμένει ο ισχυρότερος στρατιωτικός και πληροφοριακός παράγοντας της Ευρώπης.

Αυτό μας φέρνει στην ουσία της Ατλαντικής συμμαχίας. Δεν βασίζεται σε μια μυθική «ειδική σχέση» μεταξύ δύο χωρών που μοιράζονται μια μοναδική σχέση, αλλά στη σύγκλιση συμφερόντων. Όταν τα συμφέροντά μας απέκλιναν - όπως στο Σουέζ ή στο Βιετνάμ - οι δύο χώρες πήραν η κάθε μια το δρόμο της. Όταν συνέκλιναν, συνεργαστήκαμε. Μια δίκαιη αξιολόγηση πρέπει να βασίζεται σε αυτήν τη ρεαλιστική αντίληψη.

Ένας τέτοιος ρεαλισμός θα πρέπει να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η εξωτερική μας πολιτική πρέπει να είναι κάτι περισσότερο από μια προθυμία να λειτουργούμε ως μικρός εταίρος της Αμερικής ή ως σχόλιο στα ανακοινωθέντα της ΕΕ. Χρειαζόμαστε υπουργούς που θα εξηγήσουν πώς θα αποκαταστήσουν τη διπλωματική μας εμβέλεια, θα ανανεώσουν τις στρατιωτικές μας δυνατότητες και θα σχηματίσουν νέες συμμαχίες.

Από το Brexit και μετά έχουμε δει ενθαρρυντικά βήματα. Η Βρετανία συντόνισε τη διεθνή δράση εναντίον της Ρωσίας μετά τις δηλητηριάσεις στο Σαλίσμπερυ και την αντίδραση στην καταστολή της Κίνας στο Χονγκ Κονγκ. Με τη Δύση διχασμένη σχετικά με τον τρόπο χειρισμού του Πεκίνου, η ομάδα D10 που προτείνει η Βρετανία θα μπορούσε να προσφέρει ένα φόρουμ για την επίτευξη ενότητας. Την ώρα που η ΕΕ δεν κατάφερε να συμφωνήσει να επιβάλει κυρώσεις στη Λευκορωσία, η Βρετανία το έκανε χωρίς φασαρία. Ο υπουργός Εξωτερικών, Ντόμινικ Ράαμπ, συντονίζει ήσυχα τη διπλωματική δραστηριότητα με την Αυστραλία και τον Καναδά.

Τα μεγάλα ερωτήματα όμως παραμένουν. Ποια είναι η στάση της κυβέρνησης απέναντι σε μια στρατιωτική επέμβαση; Και τι είμαστε διατεθειμένοι να επενδύσουμε στις στρατιωτικές μας δυνατότητες; Η απόφαση για καθυστέρηση της επανεξέτασης των δαπανών έθεσε υπό αμφισβήτηση την ολοκληρωμένη αναθεώρηση της πολιτικής για την άμυνα, την ασφάλεια και την εξωτερική πολική.

Και τι γίνεται με το διεθνές εμπόριο; Αναζητά η κυβέρνηση συμφωνίες που θα απελευθερώσουν το εμπόριο μόνο με χώρες με προηγμένη προστασία του περιβάλλοντος και της αγοράς εργασίας; Θέλει πραγματικά μια εμπορική συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες, δεδομένης της διαμάχης σχετικά με τα πρότυπα διατροφής και διαβίωσης των ζώων; Θα ζητήσει, αντίθετα, την ένταξη στο Σύμφωνο Συνεργασίας των Δύο Πλευρών του Ειρηνικού;

Με την υποστήριξη της Αυστραλίας και της Ιαπωνίας, η συμμετοχή της Βρετανίας στην προκαταρκτική συμφωνία του  Συμφώνου Συνεργασίας των Δύο Πλευρών του Ειρηνικού (CPTPP), όπως είναι γνωστή, είναι μια πολύ πιο ρεαλιστική πρόταση από μια συμφωνία με τις ΗΠΑ και πιθανότατα ένα σύμβολο της σιγουριάς στη νέα εμπορική πολιτική της Βρετανίας. Εφόσον μάλιστα ο Μπάιντεν επιστρέψει στις εμπορικές πολιτικές του προέδρου Ομπάμα, η πορεία προς ένα πιο απελευθερωμένο εμπόριο θα μπορούσε να είναι λιγότερο αμφιλεγόμενη.

Με το να γίνει όμως παίκτης στον Ειρηνικό, θέτονται περαιτέρω ερωτήματα σχετικά με την πολιτική της Βρετανίας σε σχέση με την Κίνα. Ποια είναι η στάση μας απέναντι στις προσπάθειες του Πεκίνου να κυριαρχήσει σε ευαίσθητες βιομηχανίες; Ποια είναι η απάντησή μας στις προσπάθειες της να κυριαρχήσει στην Ασία και πέραν αυτής; Πρέπει να αναζητήσουμε μια στενότερη σχέση με την Ινδία; Πώς εξισορροπούμε τον δικαιολογημένο σκεπτικισμό μας για την Κίνα με την πραγματικότητα της οικονομικής της δύναμης;

 Και ποια είναι η προσέγγισή μας σε άλλα εχθρικά κράτη; Η συνθήκη του προέδρου Ομπάμα απέτυχε να περιορίσει το πυρηνικό υλικό που επεξεργαζόταν το Ιράν και το εμπάργκο του ΟΗΕ για τις συμβατικές πωλήσεις όπλων στο Ιράν έληξε χωρίς να ανανεωθεί. Η Ρωσία συνεχίζει να ενεργεί ως απειλή χωρίς ιδεολογικό σκοπό, και πολλά κράτη έχουν μπει στον πειρασμό να έχουν αυταρχικούς ηγέτες και να είναι επιθετικά απέναντι σε γείτονες.

Εντός ή εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με ή χωρίς τις Ηνωμένες Πολιτείες, κανείς δεν πιστεύει ότι η Βρετανία έχει τη δύναμη ή την επιθυμία να τα βάλει με δικτατορίες ή να αναδιαμορφώσει τον κόσμο κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν της. Αλλά είμαστε μια μεγάλη παγκόσμια οικονομία με σημαντικές στρατιωτικές δυνατότητες και δυνατότητες ασφάλειας. Η εξωτερική μας πολιτική έχει σημασία για τη δική μας ειρήνη και ευημερία, και για το μέλλον των φίλων και των συμμάχων μας. Λάβαμε την απόφαση να κάνουμε ένα μεγάλο βήμα και να ανοιχτούμε στον κόσμο: είναι καιρός να το κάνουμε και με αυτοπεποίθηση.

Πηγή: https://forum.eu/

thumbnail
About The Author

0 comments